Στα 69 του χρόνια «έφυγε» ο Θανάσης Γιαμάς

 

 

Έφυγε από το ζωή η δικηγόρος Θανάσης Γιαμάς. Στα 69 του χρόνια και μετά από μακρά περίοδο με έντονα προβλήματα υγείας, ο Θανάσης Γιαμάς άφησε την τελευταία του πνοή.

Μάχιμος δικηγόρος, ο εκλιπών ξεχώριζε για τον ήπιο χαρακτήρα του και την ευγένειά του.

Είχε ενεργή συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα. Βαθειά πολιτικοποιημένος, αλλά μακριά από φανατισμούς, κάτι που ήταν χαρακτηριστικό  της ποιότητάς του.

Εκφράζουμε τα ειλικρινή συλλυπητήρια στους οικείους του!

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει…

Ως τελευταίο αποχαιρετισμό παραθέτουμε την ομιλία του στην παρουσίαση του φωτογραφικού λευκώματος της Βέροιας τον Μάιο του 2008

 

 ΕΙΣΗΓΗΣΗ

ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑΜΑ

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΗΓΡΑΦΙΚΟΥ ΛΕΥΚΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ

 

 

Κυρίες και Κύριοι

Το φωτογραφικό λεύκωμα των αδελφών Ζαρζώνη επιγραμματικά θα το χαρακτήριζα ως μια γιορτάσιμη δοξολογία του κάλλους και ταυτόχρονα μια νεκρώσιμη ελεγεία για την απώλειά του. 

Φυλλομετρώντας το ανακάλεσα στη μνήμη μου ένα  ποίημα  του  Καβάφη  με τίτλο ΄΄ τα γκρίζα ΄΄ που  απόσπασμα  του  θα σας διαβάσω:

Κοιτάζοντας ένα οπάλιο μισό γκρίζο

θυμήθηκα δύο ωραία γκρίζα μάτια που είδα :

θάναι είκοσι χρόνια πριν  

θ'ασχήμισαν - αν ζει — τα γκρίζα μάτια

θα χάλασε το ωραίο πρόσωπο

Μνήμη μου φύλαξε τα συ ως ήταν

Και μνήμη, ο,τι μπορείς από τον ερωτά μου αυτόν

Ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψε …

 

Εγώ βέβαια, το όμορφο πρόσωπο της Βέροιας δεν πέρασαν μονάχα 20 χρόνια από τότε που το πρωτοαντίκρισα , αλλά 56 και ειλικρινά δεν ξέρω αν είναι τα δικά της μάτια που ασχήμισαν ή τα δικά μου που γέρασαν.

Ό,τι κι' αν από τα δύο συμβαίνει το σίγουρο είναι ένα : η τεχνική των αδελφών Ζαρζώνη που δεν εξαντλείται μονάχα στην φωτογραφική αναπαράσταση, αλλά εξικνείται και επεκτείνεται σε εικαστική παρέμβαση μεγάλης πνοής, αγγίζει την πόλη και τον περιβάλλοντα χώρο της με μια ιδιαίτερη δυναμική .

Το κυριότερο: οι φωτογράφοι κατανόησαν, και αυτό αντανακλάται στη δουλειά τους, το λόγο και τη σημασία των αντικειμένων που φωτογράφησαν, ότι δηλαδή η κατασκευή αυτών των αντικειμένων δεν υπαγορεύθηκε παρά από μια μονάχα νομοτέλεια: δηλαδή την ανταπόκριση τους στον προορισμό τους και τη σωστή λειτουργία τους στην προσδιορισμένη θέση.

Έτσι, μέσα από τις γωνίες λήψεως, μέσα από τα παιχνιδίσματα του φωτός, ακόμα και μέσα από τις σκιές   αναδείχθηκαν  τα   δυστυχώς  για   όλους   μας δυσεύρετα πλέον σπαράγματα, οι όσες ελάχιστες απέμειναν φυσικές και μνημιακές ομορφιές μιας πόλης τσιμεντένιας, μπαζωμένης, άναρχα δομημένης, μιας πόλης που έφυγε, αλλά πού τα σημάδια της πάνω μας πάντοτε παραμένουν.·

Και λέω ότι έφυγε χωρίς καμιά διάθεση παρελθοντολαγνίας, που μάλιστα πιστεύω ότι είναι κακός σύμβουλος, καθώς εκτός από τα άλλα δεν συνεκτιμά την άποψη που είχε κάθε παρελθόν για τον εαυτό του, αφού ακόμα και στους καιρούς των μεγαλείων πάντα εφευρισκόταν ένα παλιότερο παρελθόν ως όρος συγκρίσεως και δι αυτού απαξιώσεως της σύγχρονης εποχής

Καλύτερα λοιπόν να ακριβολογήσω και να διαπιστώσω ότι έφυγε η Βέροια των παιδικών μας χρόνων, με τα καλντερίμια, με τους μαχαλάδες, με τις αλάνες, με τους αναπεπταμένους χώρους, με τις γειτονικές ανάσες, από δημιούργημα έγινε κατασκεύασμα και από εστία κοινωνικότητας μετατράπηκε σε τόπο αναγκαστικής συνύπαρξης
ανθρώπων       

Η ίσως πάλι και να φταίει ότι έφυγε η παιδική μας ηλικία, ο χρόνος της αθωότητας και των ανομολόγητων προσδοκιών. ,

Αλλά σε κάθε περίπτωση}δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι υπήρξε για μας το στοργικό λίκνο, τότε, που για να παραφράσω τον ποιητή, με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούσαμε τις ελπίδες μας, και το τζάμι ήταν πάντα νοτισμένο και υγρό καθότι Καραφέρια, δηλαδή μαύρη από τη συνεχή βροχή Βέροια, που όπως αυτάρεσκα έλεγαν οι παλιοί, απηύδησε ακόμα και τον Πασά που την είχε επισκεφθεί και επί 40 συναπτές μέρες έβρεχε συνεχώς.

Όπως και νάχει, ασχήμυνε η Βέροια, η μάλλον μεταλλάχθηκε, έχασε την ταυτότητα της, το χρώμα της, τις μυρουδιές της 

Και πρέπει κάποια στιγμή να αναρωτηθούμε: Είναι εκείνο το ιδιαίτερο χρώμα, το φως, ο ανοιχτός ορίζοντας, ή  έστω οι μνήμες    τους, αυτά που  μας κρατούν εμάς τους παλιότερους στην Βέροια ;

Και αντίθετα, είναι η εξαφάνιση όλων αυτών, η ισοπεδωτική ομοιομορφία της που την έκανε με κάθε άλλη πόλη όμοια να μοιάζει, εκείνο που διώχνει τους νέους μας μακριά;

Και ευκαιρίας δοθείσας} να αναφέρω ότι οι εις βάρος της τεχνουργίες μας δυστυχώς δεν έχουν τέλος, αφού προσεχώς συντελείται και το έσχατο ανοσιούργημα, δηλαδή η άφρονη και ανιστόρητη εκτροπή της αστικής κοιτίδας, ο πλήρης ακρωτηριασμός της αρμονίας, η απόλυτη διαστροφή του χαρακτήρα των περιγραμμάτων, έτσι ώστε να καταλήξει η Βέροια προσφυγοπούλα μέσα στον ίδιο της τον τόπο.   

Και πρέπει κάποτε να πάψουμε να φερόμαστε ως γνήσιοι νεοέλληνες, άμωμοι πάντοτε εμείς, και έτοιμοι να αποδώσουμε τις ευθύνες για όλα μας τα δεινά στους εκάστοτε πολιτικούς και δημοτικούς άρχοντες.

Στο κάτω - κάτω της γραφής αυτοί δεν εισπήδησαν αυτόκλητοι και απρόσκλητοι στους πολιτικούς και δημοτικούς θώκους.

Με τη δική μας ψήφο εκλέχθηκαν και τις πολιτικές που εφαρμόζουν, με τη δική μας επίνευση και συναίνεση τις εφαρμόζουν.

Κανείς μας δεν είναι άμοιρος ευθυνών και θα είμαστε όλοι υπόλογοι ατομικά και συνολικά, καθώς παραλάβαμε από τους προηγούμενους μια χαριτόβρυτη πολιτεία στους πρόποδες του Βερμίου και θα παραδώσουμε    στους    επερχόμενους    ένα    χθαμαλό καμποχώρι, αποτελούμενο από ένα άθυρμα τσιμεντένιων άμορφων κτιρίων, χωρίς ορίζοντα , χωρίς πνοή.    

Και δυστυχώς όλα αυτά συντελούνται χωρίς να προβάλλεται από μέρους μας η παραμικρή αντίδραση και χωρίς να υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Δημήτρη Πικιώνη, που σε στιγμές ανάλογες κακομεταχείρισης της Αθήνας(σε ένα προφητικό του κείμενο του 1964 αναφωνούσε;

« Δείλαιοι και αμαθείς και βάρβαροι, τι κάνετε ; Τι αφανίζετε;»

Παρ' όλα αυτά, έχω τη μυστική ελπίδα ότι αυτή η σοφή γριούλα3που έχει έμπρακτα αποδείξει στη μακρά πορεία της μέσα στο χρόνο ότι μπορεί να επιβιώνει ακόμα και ερήμην μας, ακόμα και σε πείσμα όλων μας, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο θα βρεί τη δύναμη να ξαναγεννηθεί ,να αποτινάξει τα δεσμά που άκριτα της έχουμε επιβάλλει, να επιστρέψει στις αρχέγονες πηγές της, να ξαναβρεί τα σωπασμένα της ποτάμια, να ξανασυναντήσει την πρωτογενή αυθεντικότητα της, αυτήν που την έκανε τόσο μοναδική και γι αυτό τόσο αγαπημένη και θα κλείσω έτσι την παρέμβαση μου με ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου που αναφέρεται βέβαια στην Θεσσαλονίκη, αλλά νομίζω ότι ταιριάζει απόλυτα και στην Βέροια :

« Μαζί σαπίζουμε.

Είσαι Νύμφη και είμαι Νυμφίος. Και είσαι η γενέτειρα μου. Εσύ βέβαια κάποτε θα ξανανιώσεις, όταν αυτά τα μπετά ξαναγινούνε, έτσι ή αλλιώς (χώματα. Και στον καιρό της νέας δόξας σου, της νέας αναγέννησης σου, αν είσαι η μάνα, η ανά, η μάικω , και η μάντρε, εμάς, Μπαγιάτηδες και Γιουνάνιδες, Αποικιστές και Αποίκους που όμως φέρνουμε τις ουλές και τα σφραγίσματα σου, μη μας πατικώσεις μες στην ανωνυμία και τη λησμονιά, όπως τόσο καλά ξέρεις, αλλά να μας ξαναθυμηθείς , να μας πεις υιούς σου και να μας εξυψώσεις, και, θα πρόσθετα εγώ, και να μας συγχωρήσεις.·..»

 

 

Σας ευχαριστώ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ