Το 1821, η ιστορία, και η πρόσληψη του από τον ποιητή Βαγγέλη Χρόνη - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

«Ο χορευτής αφού λειτούργησε στην σκηνή υπό τον ήχο των στίχων αποχώρησε εξαντλημένος. Είχε καταφέρει να προσθέσει νέες λέξεις όπως δεν τις είχε διανοηθεί ο ποιητής. Γράφει και ο χορευτής ποιήματα- άλεκτα μοιραίως» (Βαγγέλης Χρόνης, ‘Ο Χορευτής’).

Όπως είναι γνωστό, η φετινή χρονιά είναι η χρονιά όπου και συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την εκδήλωση της επανάστασης του 1821 (1821-2021). Η φετινή 25η Μαρτίου 2021, έχει την ιδιαιτερότητα, αφενός μεν να εορτάζεται εν καιρώ πανδημικής κρίσης, και, αφετέρου δε, να συγκεντρώσει φέτος επίσημους από τις τρεις χώρες που εν προκειμένω, στα 1827, καταναυμάχησαν τον Οθωμανικό (και τον Αιγυπτιακό) στόλο στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. 

Και αναφερόμαστε σε εκπρόσωπους της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Εντός αυτής της διττής ιδιαιτερότητας, με το δεύτερο σκέλος να σπεύδει και προκαταβολικά, να  καταδείξει την ίδια ιστορικότητα του επαναστατικού συμβάντος που κωδικοποιείται χρονικά-χωρικά αλλά και πολιτικο-ιστορικά στην επωνυμία '1821,' ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εξέταση της επανάστασης ως «ιστορικού γεγονότος», για να παραπέμψουμε στην ιστορικό Έλλη Λεμονίδου. 

Κάτι τέτοιο σημαίνει να επιδιώξουμε να κατανοήσουμε ευρύτερα την επανάσταση, μελετώντας την εις βάθος, θέτοντας στο επίκεντρο και δι-επιστημονικές προσεγγίσεις, ώστε και να καταστεί εφικτή η αμφισβήτηση απλοϊκών και εξιδανικευτικών αφηγήσεων και ερμηνειών που εντός του ιστορικού χρόνου απέκτησαν την 'αξιωματική ισχύ' δια της κοινής παραδοχής, αλλά και να ενταχθεί η ίδια η επανάσταση του 1821, στη χορεία των μεταβολών εκείνων που είχαν ως αποτέλεσμα η ευρωπαϊκή ήπειρος των αρχών του 19ου αιώνα να προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ εθνεγερσίας  και επίτευξης της σταθερότητας. 

Το θέμα όμως της παρούσας ανάλυσης δεν είναι αυτό καθαυτό η επανάσταση του 1821 και οι παράλληλες προεκτάσεις της, αλλά, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο την προσλαμβάνει στο ποίημα του 'Οι Υποψήφιοι Ασθενείς,' ο ποιητής Βαγγέλης Χρόνης. Το ποίημα του περιέχεται στην ποιητική συλλογή 'Μελλοντική Ελευθερία' που γράφηκε από κοινού με τον Κωνσταντίνο Μπούρα και αποτελεί το εμπρόθετο, θα λέγαμε, 'προϊόν' και δη ποιητικό 'προϊόν' του χρόνου της εξελισσόμενης πανδημίας, επι-καλύπτοντας χρονικά-συναισθηματικά αλλά και ιστορικά, την περίοδο της πρώτης καραντίνας (άνοιξη του 2020). Κάποιοι θα μπορούσαν να αναφέρουν πως επρόκειτο για ένα ποιητικό 'οδοιπορικό' σχετικό με την εξέλιξη της πανδημικής κρίσης. 

Μία τέτοια αντίληψη θα ήταν ορθή. Όμως, εάν επιχειρήσουμε επ' αυτού μία διαφορετική προσέγγιση, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα ποιητικό 'μωσαϊκό' οι ψηφίδες του οποίου τοποθετούνται καθημερινά, ήτοι ημερολογιακά, φέροντας μία παιγνιώδη διάθεση που έχει το πλεονέκτημα ό,τι δεν αποκρύπτει στοιχεία από τον αναγνώστη, στο βαθμό που δεν βιώνουν την κρίση μόνο οι ποιητές, αλλά και ο αναγνώστης.

Το βίωμα ναι μεν καθίσταται κοινό, από την άλλη όμως δε, αφήνει χώρο στον αναγνώστη να προβάλλει τις δικές του αφηγήσεις περί κρίσης, κάτι που προσδίδει στο ποιητικό έργο χροιά δια-δραστικότητας, ψήγματα ενός γίγνεσθαι που έχει μεταβληθεί δραστικά και φαντάζει ακόμη (εκείνες ιδίως τις πρώτες ημέρες), ανοίκειο. 

Η χρονολόγηση (τα ποιήματα δύνανται να φέρουν την μορφή της 'επιστολής'), των ποιημάτων εκκινεί από τις 21 Μαρτίου, με τον Βαγγέλη Χρόνη να κάνει την αρχή, παίζοντας με τις συν-δηλώσεις που ενέχει η φύση αλλά και ο πανδημικός ιός. 

Από τις 21 Μαρτίου έως την 25η Μαρτίου, δεν φθάνουμε γραμμικά, διότι μεσολαβεί μία χορεία ποιημάτων που κατατίθενται, τα οποία και σημασιοδοτούν την αίσθηση του χρόνου που πλέον, αξιολογείται διαφορετικά.

Και πριν από το ποίημα 'Οι Υποψήφιοι Ασθενείς,' ο Βαγγέλης Χρόνης έχει καταθέσει το ποίημα 'Η Απαίτηση των Καιρών.' Στη δυάδα των ποιημάτων με ημερομηνία 25 Μαρτίου 2020, 'Η Απαίτηση των Καιρών' είναι αυτή που θέτει το περίγραμμα της ημέρας αλλά και του καιρού: «Μέρες βαριές αυτές που ζούμε όσο βαριές κι αν είναι εκείνες που ακολουθούν. Ο εθνικός ύμνος στον νου μου ψάλλεται αν και έναν ύμνο διεθνή θα επιθυμούσα έναν ύμνο που δεν έχει γραφεί ακόμη».

 Σε αυτό το πλαίσιο, η έμφαση περισσότερο δίδεται στον παροντικό χρόνο, με την αναφορά στις ημέρες που χαρακτηρίζονται εξαρχής ως «μέρες βαριές» (πανδημικό παρόν), να αναδεικνύει την ευρύτητα της κρίσης που δύναται να παραγάγει γεγονότα, θέτοντας εν κινδύνω την ίδια την ανθρώπινη ζωή. 

Κάτι που αναγνωρίζει ο ποιητικός λόγος, προσαρμοσμένος στην αίσθηση της επί τα χείρω ή αλλιώς, της δραματικής μεταβολής, της αίσθησης της ανασφάλειας για ό,τι δεν δύναται να ελεγχθεί, με τον 'εθνικό ύμνο' που συνδέει τις δύο στροφές του ποιήματος, να ψάλλεται νοερά, με έναν σκεπτικισμό που αντλεί από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Και είναι ο σκεπτικισμός που διευρύνει κατά τι τα όρια, ώστε να αναδειχθεί η βαθύτερη επιθυμία του ποιητή που 'ψάλλει' όχι ως ψάλτης αλλά ως ποιητής-πολίτης, και που είναι το τραγούδι ενός ύμνου που είναι ‘διεθνής.’ 

Ύμνου οικουμενικής φοράς, συμπεριληπτικού της τρέχουσας ανθρώπινης κατάστασης, εντός του οποίου θα λάβει την θέση του ο εθνικός ύμνος, τον οποίο έχει ψάλλει ο ποιητής, εκεί όπου ο εθνικός ύμνος, εμπρόθετα, 'ενσαρκώνει' αυτό που πρέπει να ακουστεί, να επι-τελεσθεί σιωπηρά αλλά έντονα, ως δείγμα επίγνωσης (αλλά και σθένους), το ό,τι η '25η Μαρτίου 2020,' αυτό το χρονικό νήμα πάνω στο οποίο παράγονται νοήματα και οι προσλήψεις της ιστορικής μνήμης, είναι διαφορετική. Με ποιον τρόπο; 

Με έναν τρόπο επίσης ιστορικό, αλλά και υπαρξιακό, ανατρεπτικό και 'φορτισμένο,' που μετεξελίσσει τον εθνικό ύμνο πρωταρχικά, σε ύμνο παρηγορίας, σε άκουσμα διαμέσου του οποίου η επιθυμία είναι το ακόμη ανείπωτο. Αυτό που θα συνδέσει το εθνικό με το διεθνές, αναφερόμενο στην 'γεωγραφία' της πανδημικής κρίσης και στην εξέλιξη της. 

Και μεταξύ των δύο ποιημάτων του Βαγγέλη Χρόνη, με ημερομηνία 25 Μαρτίου 2020, παρεμβάλλεται δραστικά το ποίημα 'Ύμνος' του Κωνσταντίνου Μπούρα, το οποίο με μία εκφραστική και μη πεσιμιστική διάθεση, περιστρέφεται γύρω από μία αλληλουχία αξιών σημαντικών, εναλλάσσοντας το ιστορικό με το ποιητικό στοιχείο, αξιο-θεμελιώνοντας μία δοτικότητα που εμπεριέχει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, τους ποιητές και ακόμα ακόμα, την πανδημία. 

«Ύμνος χαράς, Ύμνος αναδημιουργίας, Ύμνος συνεργασίας... Ύμνος λαμπρός, Ύμνος ίσαλος... Ύμνος σοφίας, Ύμνος ειρήνης, Ύμνος δικαιοσύνης, Ύμνος Αλληλεγγύης, Ύμνος ομορφιάς... Ευαγγελισμός της Θεοτόκου σήμερα. Οι ποιητές είναι το άλας της γης. Το γάργαρο νερό της Ζωοδόχου Πηγής. Ο κρίνος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ή μάλλον η γύρη…». 

Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο διεθνής ύμνος που επιθυμεί ο Βαγγέλης Χρόνης, προσλαμβάνει περιεχόμενο δια του ποιητικού 'πράττειν' του Κωνσταντίνου Μπούρα, ο οποίος υμνεί εκτατικά, κάτι που μας ωθεί στο να αναφέρουμε πως αυτή η ποιητική συν-ομιλία που δεν κείτεται εκτός χρόνους και παράλληλα, εναποτίθεται στην επιθυμία, εγγράφει μία βασική λειτουργία, έτσι όπως την εντοπίζει ο Γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida.

 Έτσι, κάνουμε λόγο για την «κυρίαρχη δύναμη του έργου, για παράδειγμα αυτό που κάνει το ποίημα (Gedicht) δοσμένο αξίωμα και Dict (υπαγόρευση), αποτελεί επίσης την πρόσκληση στην υπεύθυνη απάντηση και στον διάλογο (Gesprach)».

 Το ποίημα του Βαγγέλη Χρόνη «αποτελεί την πρόσκληση στην υπεύθυνη απάντηση», για να καταστούμε ολίγον τι Ντερριντιανοί, την οποία και σπεύδει να δώσει ο Κωνσταντίνος Μπούρας, αφήνοντας ανοιχτό συνάμα, τον λόγο ώστε αυτός να εμπλουτισθεί ποιοτικά και όχι απλά να συμπληρωθεί.  Η «υπεύθυνη απάντηση» συμβάλλει στο να συγκροτηθεί μία 'κοσμο-αντίληψη,' που πρωτίστως θέλει την ποίηση συγ-κεφαλαίωση μίας εμπιστοσύνης που δομείται ποίημα-ποίημα. 

Μέσω της παρεμβολής αυτής, ποιητικώ τω τρόπω, ο Βαγγέλης Χρόνης, φθάνει στο ποίημα 'Οι Υποψήφιοι Ασθενείς,' που καθίσταται περισσότερο στοχευμένο ιστορικά, προσομοιάζει προς την διαδικασία συνάρθρωσης του ιστορικού παρελθόντος με το δύσκολο παρόν που διαπερνά την ποίηση της 'μίας επαφής,' στο σημείο όπου επιχειρείται η εννοιολογική μεταστοιχείωση ή αλλιώς, μετάπλαση του 'ηρωισμού' του παλαιού καιρού επανάσταση της 25ης Μαρτίου του 1821), στις σημερινές συνθήκες. 

Ο ποιητής λειτουργεί ως συμμέτοχος, ανα-συγκροτώντας φαντασιακά την 'οικεία' 25η Μαρτίου: «... Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει .... και ξανά προς τη δόξα τραβά». Ακούγοντας στη διαπασών το εμβατήριο και κρατώντας μια μικρή σημαία παρήλασα στην κουζίνα τους σπιτιού μου αναπολώντας ένδοξες στιγμές του παρελθόντος όπως τις έζησα στις εθνικές επετείους. Ένα παράπονο και μια συγκίνηση- δεν ήταν μόνο για τους παλιούς τους ήρωες αλλά και για τους σημερινούς που προσπαθούν να σώσουν όλους εμάς που αναμένουμε στην σειρά ως υποψήφιοι ασθενείς. Στο τέλος κατέθεσα ένα αγριολούλουδο στην εικόνα του Ευαγγελισμού».

 Ο ιδιωτικός χώρος της οικίας επέχει θέση δημόσιου χώρου όπου και διαμορφώνει την αυτο-εικόνα του ο ποιητής ως άμεσος 'δρώντας,' ως το πρόσωπο που αναγάγει την εθνική επέτειο στο ύψος της 'δόξας' και της ιστορικής 'αίγλης' και ταυτότητας, εκεί όπου η έννοια του 'ηρωισμού,' όχι επικολυρικά δοσμένη, συμπεριλαμβάνει τους 'παλιούς ήρωες' του 1821, αλλά όμως, και τους «σημερινούς», με τρόπο που η ηρωοποίηση αλλάζει πρόσωπο αλλά όχι και περιεχόμενο δραστικά.

 Όπως μεταβάλλεται κατά τι και το υπόδειγμα της ελληνικότητας που επενδύει στην γνώση και στην ανιδιοτέλεια σε περίοδο υγειονομικής κρίσης, και, περαιτέρω, σε καιρό ‘πολέμου.’ Ο πόλεμος και η κρίση έχουν ως κοινή ‘μήτρα’ το 1821 που δεν στιγματίζει και δεν στιγματίζει, παρά ‘απελευθερώνει.’ 

Τώρα, εν καιρώ πανδημικού συμβάντος, ‘ήρωες’ καθίστανται το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που δεν κατονομάζονται αλλά κατασκευάζονται μέσω των προκείμενων του ποιήματος, που, δεν επιζητούν μία άλλους είδους ‘ελευθερία’ όπως οι παλιοί (το παρελθόν αναμειγνύεται με το παρόν), αλλά, αντιθέτως, ομνύουν στη ‘σωτηρία’ όλων όσοι αναμένουν στη σειρά, όλων όσοι αναμετρώνται με τον επικίνδυνο ιό. 

Και η αφηγηματική χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου δεν είναι τυχαία: «Που αναμένουμε στη σειρά ως υποψήφιοι ασθενείς», γράφει ο ποιητής, μη εξαιρώντας τον εαυτό από την ακτίνα δράσης του ιού, προσδίδοντας κατ’ αυτό τον τρόπο εκ νέου περιεχόμενο στο παρόν, το οποίο και φέρει και ο ίδιος. Όντας, ο μνήμων ποιητής. 

Με τον ‘ηρωισμό,’ πολεμικού-ιατρικού τύπου να έχει σκιαγραφηθεί, με τον ποιητή να δια-κρατεί σύμβολα και λέξεις, το ποίημα ως αίσθηση, ερείδεται σε μία προσωπική στιγμή που δεν θυσιάζει όσο ευγνωμονεί, κλείνει το γόνυ στο παρελθόν της ‘ελευθερίας’ και στο παρόν των έντονων προσπαθειών, εκεί όπου υπεισέρχεται η παράμετρος, εννοιολογικά, της θρησκευτικότητας, με το τρίπτυχο ιστορία (25η Μαρτίου)- παρόν-θρησκευτικός εορτασμός, να είναι ευδιάκριτη. 

Το αγριολούλουδο προσδίδει στο ποίημα τους επι-γενόμενους όρους μίας ευαισθησίας που γνωρίζει όμως τι επιδιώκει ο θεωρούμενος ως ‘ηρωισμός’ του 1821 και της επανάστασης του 1821, όπως επίσης, και το τι αντιμετωπίζουν καθημερινά γιατροί και νοσηλευτές. Η απεύθυνση των οποίων είναι απεύθυνση πληθυντική. Η 25η Μαρτίου του 1821 ανα-σημαίνεται, αναπαραγόμενη με άλλα μοτίβα, ωσάν στρατηγικό ρίσκο, στην ποίηση του Βαγγέλη Χρόνη. Ο οποίος και δεν αποκόπτεται από τις όψεις αυτού που θα ορίσουμε ως παράδοση.

Η κεντρική ιδέα γύρω από την ιδέα αρθρώνεται και αναπτύσσεται το ποίημα είναι η ιδέα της προσφοράς που αν αναγνωρίζει κάτι, αυτό είναι το κόστος. Από το οποίο και εκβάλλει η αίσθηση του καθήκοντος, η ηθική της συν-ευθύνης, και όχι μόνο της ευθύνης, η παραδοχή ό,τι τα ιστορικά νάματα του 1821 δεν μένουν στατικά στο χρόνο. Τα δύο σύντομα ποιήματα σχετικά με την πρόσληψη του 1821' δεν διακρίνονται για την τήρηση ισορροπιών, αλλά αποτελούν απόρροια της επιθυμίας του ποιητή να πλησιάσει το '1821' αλλιώς, χωρίς διδακτισμό, με μία αίσθηση αντίληψης της κρισιμότητας των καιρών. 

Υπόρρητα και ανοιχτά, συγκροτείται ένας νέος πατριωτισμός που αντί του διλημματικού και πυκνού 'ελευθερία ή θάνατος' χρησιμοποιεί το 'Πανδημία και Πολιτεία.' Υπό αυτή την οπτική και έννοια, η ιστορία καταλαμβάνει την θέση της όντας ανοιχτή σε μετερμηνείες, ταυτίσεις και συμπορεύσεις. Αθροιζόμενα τα ποιήματα των Βαγγέλη Χρόνη και Κωνσταντίνου Μπούρα, συγκροτούν την ιστορία ως πεδίο δοκιμών.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ