Για τις βουλευτικές εκλογές στη Βουλγαρία και την επίδοση του κόμματος ‘Υπάρχει και τέτοιος λαός’ - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή 4 Απριλίου στη γειτονική Βουλγαρία, το κυβερνών και Κεντροδεξιάς ιδεολογικής κατεύθυνση, πολιτικό κόμμα 'GERB' του πρωθυπουργού Μπόικο Μπορίσοφ, κατέκτησε την πρώτη θέση, αν και με αρκετά μειωμένο ποσοστό, κάτι που έχει ήδη θέσει προσκόμματα στο σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης. 

Τα διάφορα exit poll που έχουν διενεργηθεί δίνουν μία πρώτη εικόνα του νέου Βουλγαρικού κομματικού-πολιτικού 'χάρτη,' με τα τελικά αποτελέσματα να αναμένονται, κάτι απαραίτητο ώστε να καταστεί πιο έγκυρη η όλη εικόνα.

 Σταχυολογούμε ενδεικτικά από την ηλεκτρονική εφημερίδα 'Το Βήμα': «Το ινστιτούτο Gallup, στο δικό του έξιτ πολ, δίνει ποσοστό 25% στο GERB, το οποίο, εφόσον επαληθευτούν αυτές οι προβλέψεις, δεν θα καταφέρει να εξασφαλίσει πλειοψηφία στο κατακερματισμένο κοινοβούλιο και ο Μπορίσοφ θα χρειαστεί να αναζητήσει συμμάχους για να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού».

Σε σχέση με τις εκλογές του 2017, το ποσοστό του κυβερνώντος κόμματος είναι μειωμένο περίπου κατά έξι με επτά μονάδες, κάτι που θεωρούμε πως δεν ενέσκηψε μεταφυσικώ τω τρόπω, αλλά, αντιθέτως, συνιστά απόρροια των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων που έχουν συντελεσθεί στο μεσοδιάστημα, με τις κινηματικές δράσεις που αναπτύχθηκαν το καλοκαίρι του 2020 να αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των διεργασιών. 

Η εντεινόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια για την έντονη διαφθορά που ταλανίζει την χώρα, όπως εκφράσθηκε και μέσω της πραγματοποίησης ενός κύκλου διαμαρτυρίας, συναρθρώθηκε με την αίσθηση απογοήτευσης μερίδων, εν καιρώ πανδημικής κρίσης, για τις κυβερνητικές επιδόσεις και την εν γένει θητεία της κυβέρνησης Μπορίσοφ, διαμορφώνοντας τις προϋποθέσεις για την συγκρότηση ενός υποστρώματος μειούμενης εμπιστοσύνης που δεν αποκλίνει και από την αίσθηση της αποξένωσης που πλήττει όχι μόνο το πολιτικό κόμμα 'GERB' αλλά και το ίδιο το κομματικό-πολιτικό σύστημα. 

Λειτουργώντας έτσι ως θρυαλλίδα ανακατατάξεων. Βαθέων ανακατατάξεων, που θα μπορούσαμε να πούμε πως αντλούν και από τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική ελίτ της χώρας, διαχειρίστηκε την διαδικασία της μετάβασης προς μία μετα-σοσιαλιστική Βουλγαρία με χαρακτηριστικά εγκαθίδρυσης Κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, κοινοβουλευτικής-φιλελεύθερης δημοκρατίας και εντός αυτού, την δημιουργία πολυ-κομματικού κομματικού-πολιτικού συστήματος με το στοιχείο της εναλλαγής στην κυβερνητική εξουσία να τίθεται σε πρώτο πλάνο. 

Ουσιαστικά, οι κινητοποιήσεις που έλαβαν χώρα τον Ιούνιο του 2020, ανέδειξαν προϊούσες κοινωνικές τάσεις και πολιτικές στάσεις, με σημείο αναφοράς να καθίσταται η έννοια του ‘εκλογοτροπισμού,' την οποία και εισήγαγε στο πολιτικό λεξιλόγιο (και στο ρεπερτόριο της Γερμανικής πολιτικής επιστήμης), την δεκαετία του 1990, ο τότε πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, R. von Weizsacker. Και τι δύναται να σημάνει ο 'εκλογοτροπισμός'; Παραπέμπουμε στον Ηλία Κατσούλη: «Η έννοια «εκλογοτροπισμός» σημαίνει την τάση που εκδηλώνουν τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί να θυμούνται το λαό λίγο πριν τις εκλογές και να αδιαφορούν μετά για την ικανοποίηση των αναγκών και των αιτημάτων τους».

 Ως προς αυτό, εισαγάγουμε την έννοια του «εκλογοτροπισμού» για να ερμηνεύσουμε τις πολιτικές εξελίξεις στη Βουλγαρία, εκεί όπου οι πολιτικές-ιδεολογικές αντιλήψεις, έτσι όπως αποκρυσταλλώθηκαν μέσω της ψήφου, μέσω της έκφρασης κομματικής-πολιτικής προτίμησης, προσιδιάζουν προς τον άξονα του 'εκλογοτροπισμού,' ο οποίος και θέτει στο επίκεντρο το κόμμα 'GERB': Με αυτόν τον τρόπο, το κυβερνών κόμμα προσελήφθη ως κόμμα που κύρια το ενδιαφέρει η κατάκτηση και η νομή της εξουσίας, και όχι τόσο η ενασχόληση με τα προβλήματα των κατοίκων της χώρας. 

Μάλιστα, η ενασχόληση με τα προβλήματα των κατοίκων λαμβάνει 'τεχνητά' χώρα πριν από την εκλογική αναμέτρηση. Ο συγκεκριμένος πολιτικός φορέας αντιμετωπίστηκε ως 'εκλογοτροπικός' φορέας. Με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, σε εξόχως θετική τροχιά φαίνεται ό,τι κινείται το νεότευκτο κόμμα που φέρει την επωνυμία 'Υπάρχει και τέτοιος λαός.' 

Επικεφαλής του κόμματος είναι ο τηλεπαρουσιαστής και τραγουδιστής, Σλάβι Τρίφονοφ, Κατ' αρχάς, δύναται να αναφέρουμε πως το κόμμα 'Υπάρχει και τέτοιος λαός,' δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων εναντίον της διαφθοράς, τροφοδοτούμενο από την έντονη εναντίωση στο κομματικό-πολιτικό σύστημα, μεταστοιχειώνοντας αυτή την κριτική εναντίωση προς το έδαφος ανάδειξης της 'διαφοράς': 'Εκπροσωπούμε το νέο και το διαφορετικό' και συνάμα 'δεν έχουμε σχέση με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων πολιτικά.'

 Ο δε τίτλος του κόμματος, το οποίο και φέρει έναν προσωποπαγή χαρακτήρα, άπτεται μίας προσέγγισης που, δίχως σαφή ιδεολογικά-προγραμματικά στοιχεία, επικαλείται μία παράδοση που δομεί, διαμέσου αφηγήσεων, την αντίστιξη μεταξύ 'λαού' και πολιτικών ταγών και 'ελίτ' που απομακρύνονται, ακόμη και καθημερινά από τις ανάγκες του. 

Αυτή η πολιτικά, συναισθηματικά και ηθικολογικά 'φορτισμένη' (και απλοϊκή) αντίστιξη, επι-καλείται τον λαό για να προβεί στην εκ νέου 'κατασκευή' του, αυτή την φορά με τους επι-γενόμενους όρους της εναντίωσης, της 'αντίστασης' και της 'εξέγερσης' του επί των διεφθαρμένων (ας θυμηθούμε τις κινητοποιήσεις) ελίτ που το 'μόνο που κατάφεραν ήταν να βυθίσουν την Βουλγαρία πιο βαθιά στο βούρκο.' 

Υπό αυτό το πρίσμα, ο 'λαός' που διατήρησε τα χαρακτηριστικά του, αναδύεται πρωταρχικά 'καθαρός' (αντίθεση 'διαφθοράς/'καθαρότητας'), νοηματοδοτούμενος ως 'τέτοιος,' δηλαδή ως 'λαός' ανατρεπτικός, διεκδικητικός, που προπάντων δεν βολεύεται με μία τέτοια κατάσταση. Εάν παραπέμψουμε στον Pierre-Andre Taguieff, θα πούμε πως έχουμε να κάνουμε με μία «κλήση για αλλαγή, που εμπεριέχει μια καθαρτήρια ρήξη με το παρόν (με το «σύστημα»).

 'Η κλήση για αλλαγή,' κλήση ταυτόχρονα κινητοποιητική και 'σωτηριολογική,' έχει ως βασικό υποκείμενο όχι τον 'άλλο,' αλλά, αντιθέτως, τον 'τέτοιο λαό' που υπάρχει, δρα, διεκδικεί, βρίσκεται στους δρόμους και στο σπίτι, στο εγκάρσιο σημείο όπου ο 'λαός' εμπρόθετα, δια-μοιράζεται': 'Εγώ, εσύ, όλοι όσοι αγωνιούμε για την Βουλγαρία.' Ο λαός είναι κάτι πληθυντικό, κάτι που αξίζει ‘θυσίες.’ 

Η περί 'λαού' εξιδανικευτική προσέγγιση, όντας αρκούντως ρευστή, μετεξελίσσεται προς την προσίδια κατεύθυνση της 'κοινοτικοποίησης του,' ώστε να σημασιοδοτηθεί και να ανα-συγκροτηθεί ως 'κοινότητα των πολλών' και όχι ως 'κοινότητα των μελών.' 

Μέσα από τις τάξεις του λαού, ενός λαού, θα προσθέσουμε, αναδύεται η οικεία φιγούρα του παρουσιαστή τηλεοπτικών εκπομπών και τραγουδιστή, ο οποίος και, επι-τελεί τις εξής λειτουργίες, έχοντας βήμα και 'φωνή': Πρώτον, μορφοποιεί το περιεχόμενο της κριτικής προς την κυβέρνηση και τα 'κατεστημένα' κόμματα, θυμίζοντας μας θεωρητικά, πως λαϊκιστικά κόμματα αυτού του τύπου, ιδρύονται και λειτουργούν ως κόμμα 'αντι-κατεστημένου,' άρα, εξόχως 'λαϊκά.' Δεύτερον, επανεπινοεί το ύφος και την μορφή του τηλεοπτικού προσώπου (και όχι 'ρήτορα') που τα 'λέει' εύληπτα, αντι-διανοουμενίστικα, τείνοντας στην αποκάλυψη της 'αλήθειας' δίχως να υπολογίσει το κόστος. 

Τρίτον, εκπέμπει νοήματα οικεία, διανθισμένα ενίοτε από τον μελοδραματισμό της εικόνας. Τέταρτον, παίζει με το στοιχείο της μετατόπισης, που, από τηλεοπτικό παρουσιαστή, δύναται να τον μετατρέψει σε πολιτικό 'ρήτορα' που θα μιλά με το ίδιο ύφος και εντός Βουλής. Πέμπτον, ανάγεται στο ύψος του 'κριτή' που ομιλώντας περί της 'αλήθειας,' δεν διστάζει να θέτει δύσκολες ερωτήσεις και να ζητά απαντήσεις. Για πολλούς και για πολλά. 

Ο Τρίφονοφ, εμβαπτιζόμενος στα νάματα του 'εδώ και τώρα,' από τηλεοπτικού βήματος, τείνει προς την κατεύθυνση αξιοποίησης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το κόμμα παραγάγει νοήματα έχοντας δομήσει έναν 'αστερισμό αντί,' κατακτώντας μία σημαντική θέση (ισχυρός πόλος) εντός του Βουλγαρικού κομματικού-πολιτικού συστήματος, όπως προέκυψε από τις εκλογές. Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε αυτά τα κόμματα «νέας πολιτικής». Σε μία χώρα που διαπερνάται από έντονες αντιφάσεις, το κόμμα τροφοδοτείται από αυτές.

 Με αφηγήσεις όμως που επιχειρούν απλοϊκές και ‘καθαρές’ απαντήσεις σε σύνθετα, κοινωνικά και πολιτικά, διακυβεύματα. Ενίοτε κόμματα αυτής της μορφής που ξεπηδούν τα τελευταία χρόνια τρέφονται από υπαρκτές αντιθέσεις, αδυνατώντας όμως να τις μεταπλάσουν σε ένα πειστικό και συγκροτημένο πολιτικό πρόγραμμα, μη μπορώντας να υπερβούν την καταστατική συνθηματολογία που τα διέπει. 

 Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως με τις διαμαρτυρίες εναντίον της διαφθοράς, σχετίζεται και η πολιτική-εκλογική ισχυροποίηση πολιτικών σχηματισμών όπως είναι η ‘Δημοκρατική Βουλγαρία,’ και η συμμαχία ‘Έξω η Μαφία’ που με ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο και τόνο, αξίωσε την παραίτηση της κυβέρνησης Μπορίσοφ, θεωρώντας την, συνώνυμο της ‘μαφίας’ και των πρακτικών της. Εδώ η πολιτικοποιημένη συνωμοσιολογία είναι ευκρινής, με το μόνο που επιζητείται ως ζωτικό μήνυμα, είναι η ‘έξοδος,’ δηλαδή η απομάκρυνση από την εξουσία, της ‘μαφίας.’ Τέτοια κόμματα επιδιώκουν την δημιουργία νέων και σχηματικών διαιρέσεων. Δεν δύναται να κατατάξουμε τον Τρίφονοφ στην κατηγορία του δημαγωγού, όσο της φιγούρας εκείνης που ασκείται σε ένα είδος τηλεοπτικού ακτιβισμού, του  προσώπου που 'περιτυλίγει' το λόγο του με επιχρίσματα εναλλακτικής επί της 'κομματοκρατίας.' 

Η εναλλακτική που κομίζει, ρευστή και ασαφής, ερείδεται σε αισθήματα απόρριψης, κάτι που διαφαίνεται και στις συζητήσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης μετεκλογικά. Και είναι ενδεικτικό στην Βουλγαρική περίπτωση, ό,τι πρελούδιο αλλαγών αποτελεί η βαθιά και προϊούσα δυσαρέσκεια για τις κυβερνητικές πολιτικές και το μείζον ζήτημα της διαφθοράς νοούμενης και ως έλλειψης αξιοκρατίας (το αντι-κομματικό 'όλοι ίδιοι είναι'), που υπερβαίνει την θητεία της απελθούσας κυβέρνησης, όπως και το επίπεδο και η ποιότητα της ποιοτικής αντιπαράθεσης, και όχι τόσο η τρέχουσα διαχείριση της πανδημίας.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ