Δεν φοβόμαστε την κόλαση επειδή δεν την βλέπουμε - Του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

 

Σας περιγράφω πόσο νόστιμο είναι ένα γλυκό, πόσο υπέροχο, μαγευτικό, εξωτικό… Νοιώσατε ότι τα γλυκά που φάγατε μέχρι τώρα ήταν ένα τίποτα ; Όχι βέβαια. Φάγατε ένα γλυκό που ήταν το κάτι άλλο, φανταστικό με ασύλληπτη γλυκύτητα. Νοιώσατε ότι τα γλυκά που φάγατε μέχρι τώρα ήταν ένα τίποτα ; Και βέβαια ναι. 

Ο γνωστός π. Νικόλαος Λουδοβίκος  την προηγούμενη Τρίτη στο 2ο ψηφιακό αρχονταρίκι μίλησε με θέμα «η αισθητική των σχέσεων». Στην μικρή του ομιλία (τον περισσότερο χρόνο απαντούσε σε ερωτήσεις) ανάφερε τον λόγο του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού «εκείνος που πιστεύει στον Θεό φοβάται την κόλαση». 

Και εξήγησε ο π. Νικόλαος : «Γιατί φοβάσαι την κόλαση ; Επειδή τότε την βλέπεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βλέπουν την κόλαση. Ζουν φρικιαστικές καταστάσεις και νομίζουν ότι δεν είναι ακόμα ο πάτος, η κόλαση. Ένα περίεργο πράγμα, βλέπουν  και δεν βλέπουν την κόλαση  Την κόλαση την βλέπει ένας όταν δει τι είναι ο Θεός. Όταν δει την ομορφιά του Θεού, την υπερβολή, την τελειότητα, την σπατάλη των προσφορών του Θεού, τότε αρχίζει και βλέπει την κόλαση γύρω του και πραγματικά είναι φοβερή η κόλαση αυτή».

Αυτό που περιγράφει ο π. Νικόλαος το έζησαν κάποιοι άγιοι. Οι Ρώσοι άγιοι, Σιλουανός ο Αθωνίτης, Σεραφείμ του Σάρωφ, όπως και οι δικοί μας Πορφύριος, Παΐσιος και πολλοί άλλοι είχαν εμπειρία της παρουσίας του Θεού (δηλαδή έφαγαν ένα απερίγραπτα υπέροχο γλυκό). Φυσικά μετά αποσύρθηκε η χάρη του Θεού. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι μετά από αυτή την υπέροχη εμπειρία, όλα τους φαινόντουσαν σαν την κόλαση (δηλαδή όλα τα γλυκά τους φαινόντουσαν ανούσια). Και το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να ζουν στην καρδιά τους την οδύνη γι’ αυτό που έχασαν και να λαχταρούν να το ξαναζήσουν (φυσικά οι άλλοι άνθρωποι δεν έβλεπαν το δράμα που παιζόταν στην καρδιά τους).

Βέβαια ευτυχώς για μας ο Θεός δεν επιτρέπει να έχουμε τέτοιες εμπειρίες γιατί και δεν αντέχει η καρδιά μας την εμπειρία τόσης γλυκύτητας και δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε μετά από τέτοια εμπειρία. Έλεγε ο άγιος Παΐσιος «η αίσθηση του Θεού είναι ανυπόφορα γλυκιά» δηλαδή είναι τόσο γλυκιά που δεν αντέχουμε για πολλή ώρα τόσο υπερβολική γλυκύτητα.

 Οπότε ζούμε την καθημερινότητά μας με το άγχος, το τρέξιμο, την αγωνία για τις δουλειές μας, τα παιδιά μας, το ρεύμα, το τηλέφωνο, το νερό, τον ΕΝΦΙΑ (γιατί μας έβαλαν αυτόν τον φόρο ;) τα μποτιλιαρίσματα, τον θόρυβο, τις φασαρίες, τον βομβαρδισμό από τις πληροφορίες, τα μέτρα για τον κορονοϊό, την πικρία από τις ειδήσεις της τηλεόρασης … Έλεγε ο άγιος Παΐσιος «1000 χρόνια να μας άφηνε ο Θεός να ζούμε μέσα στην Αθήνα δεν θα χρειαζόμασταν και άλλη κόλαση». Πολύ συχνά η ζωή που ζούμε στην πραγματικότητα είναι κόλαση, απλώς δεν το καταλαβαίνουμε. Δηλαδή τρώμε ανούσια γλυκά, αλλά πώς να καταλάβουμε ότι είναι ανούσια αφού ποτέ δεν γευτήκαμε κάποιο υπέροχο γλυκό.

Μια άλλη κόλαση που ζούμε, λέει ο π. Νικόλαος, είναι η κόλαση των «σωστών σχέσεων». Στο μυαλό μας υπάρχει η ιδέα ότι έχουμε (ή είχαμε) σωστές σχέσεις με τον σύντροφό μας, τα παιδιά μας, τους γονείς μας, τον προϊστάμενό μας, τους υφισταμένους μας, τους γείτονές μας … (Πόσο διαφέρουμε από τους Φαρισαίους που δικαίωναν τον εαυτό τους ;)   

Kόλαση ζουν, λέει ο π. Νικόλαος, και πολλοί από τους μεγάλους Διανοητές, οι οποίοι ενώ οικοδομούν λαμπρούς πύργους για μας, οι ίδιοι τους κατοικούν σε καλύβες, δηλαδή επειδή υποφέρουν συχνά από κατάθλιψη προσπαθούν  να ξεγελάσουν νεαρές γυναίκες  για να βρουν λίγη χαρά.

Στην προ κορονοϊού εποχή κάθε χρόνο πηγαίναμε τους μαθητές της Α΄ Λυκείου διδακτική επίσκεψη στα πλαίσια του μαθήματος της Ιστορίας στην Μίεζα, κάτω από την Νάουσα. Στον χώρο αυτό μέσα στα νερά και την πλούσια βλάστηση (που κατοικούσαν οι Μούσες)επέλεξε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος να ιδρύσει το Σχολείο όπου ο Αριστοτέλης θα δίδασκε τον γιό του Αλέξανδρο μαζί με άλλα αρχοντόπουλα. 

Στο μουσείο που υπάρχει στον χώρο παρακολουθούμε την προβολή βίντεο ενός Ισπανού Ιστορικού με θέμα την Σχολή του Αριστοτέλη. Το βίντεο τελειώνει με τα λόγια «υπάρχουν πράγματα πάρα πολύ όμορφα και σπουδαία που δεν τα αγαπούμε και δεν τα επιδιώκουμε όχι επειδή δεν αξίζουν αλλά επειδή δεν τα γνωρίζουμε. Αν τα γνωρίζαμε θα κάναμε τα πάντα για να τα κάνουμε δικά μας». Ο νοών, νοείτω.         

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ