Για την Γερμανική πρόταση κατάργησης του βέτο εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Ο Τόμας Μπιλέκι, υπογράφει ένα ενδιαφέρον, περί Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής και της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών, άρθρο, σχετικά με την πρόταση του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Χάικο Μάας περί κατάργησης του veto σε θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ενημερωτική-ειδησεογραφική ιστοσελίδα 'Deutsche Welle,' σε επιμέλεια Γιάννη Παπαδημητρίου, και είναι χαρακτηριστικό των συζητήσεων που προκάλεσε η πρόταση του Χάικο Μάας και στις τάξεις της Ένωσης (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), αλλά και αναλυτές που έσπευσαν να τοποθετηθούν επί του προκειμένου.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θεωρούμε πως ο Χάικο Μάας, ο οποίος και θα συμμετάσχει, εκπροσωπώντας τη Γερμανία, στη Διάσκεψη του Βερολίνου ΙΙ για το Λιβυκό που θα πραγματοποιηθεί στις 23 Ιουνίου, σπεύδει να καταθέσει μία πρόταση που λειτουργεί ως 'τροχιοδεικτική βολή' των προθέσεων της Γερμανίας, ούτε επίσης, καθίσταται ένας ιδιαίτερος «ideational leader», κατά την έκφραση του Stiller. 
Δηλαδή ένα πολιτικό πρόσωπο που «διαμορφώνει ένα ιδεατό πλαίσιο νομιμοποιητικών επιχειρημάτων», όπως υπερθεματίζει η Μαρία Πετμεζίδου. Αντιθέτως, η πρόταση περί της δυνατότητας κατάργησης της περιώνυμης πολιτικής αρνησικυρίας, ερείδεται, αφενός μεν πάνω στο πλαίσιο  άσκησης μίας ιδιαίτερης ενεργής εξωτερικής πολιτικής που δραστηριοποιείται σε διάφορες περιοχές, από τον πυρήνα έως τις παρυφές της Ευρωπαϊκής ηπείρου, με την πρόταση περί κατάργησης του βέτο, στη συγκυρία που αυτή κατατίθεται, να συμπυκνώνει τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει η Γερμανία την τελευταία περίοδο, και, αφετέρου δε, εντάσσεται στην συζήτηση και στις διεργασίες που έχουν ξεκινήσει εντός των ευρωπαϊκών θεσμών και μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης σχετικά με τον ή αλλιώς, τους ενδεδειγμένους τρόπους άσκησης εξωτερικής πολιτικής.

Υπό αυτό το πρίσμα, επρόκειτο για μία πρόταση η οποία και προσιδιάζει προς την κατεύθυνση μίας περαιτέρω εμβάθυνσης στον νευραλγικό τομέα της κοινής πολιτικής άμυνας και πολιτικής ασφάλειας, «που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξωτερική πολιτική», όπως τονίζει ο Neil Nugent, θέτοντας τις γεω-πολιτικές και περιφερειακές προκλήσεις που καλείται να διαχειρισθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς επίσης και το πως δύναται να καταστεί η εξωτερική της πολιτική περισσότερο αποτελεσματική.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το άρθρο που αναδημοσιεύεται στην ηλεκτρονική εφημερίδα 'Το Βήμα': «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε όμηροι εκείνων που παραλύουν την εξωτερική πολιτική της ΕΕ, προβάλλοντας βέτο», προειδοποιεί ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας.

«Το βέτο πρέπει να καταργηθεί, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα καταψηφιστούν και οι δικές μας θέσεις. Η ΕΕ δεν διαθέτει δική της εξωτερική πολιτική, απλώς τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα επιχειρούν να συντονίσουν τις εθνικές πολιτικές των 27 κρατών-μελών σε έναν κοινό παρονομαστή. Οι Συνθήκες προβλέπουν ομοφωνία στη λήψη αποφάσεων. Υπάρχει βέβαια και η περίφημη «ρήτρα της πασαρέλας», που προβλέπει ότι κατ’ εξαίρεση, εφόσον κριθεί απαραίτητο, οι «27» συμφωνούν εκ των προτέρων ότι ένα συγκεκριμένο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής κρίνεται με πλειοψηφία και όχι με ομοφωνία. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και η ενεργοποίηση της ρήτρας απαιτεί ομοφωνία». 

Το ενδιαφέρον έγκειται στο ό,τι, δεν έχουμε να κάνουμε με μία απλή πρόταση διαχείρισης της υπάρχουσας κατάστασης με διάφορους τρόπους, όσο, για την υποβολή μίας πρότασης που υπερβαίνει τα ειωθότα, κάτι που μας ωθεί να την χαρακτηρίσουμε τολμηρή και ικανή να επιταχύνει τις συζητήσεις και τις διαβουλεύσεις στο εσωτερικό της Ένωσης. 

Καθότι, άπτεται του καταστατικού ή κανονιστικού τρόπου λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ως προς το σκέλος λήψης αποφάσεων στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής εκεί όπου ισχύει η αρχή της ομοφωνίας, της επίτευξης, θα λέγαμε, της μέγιστης συναίνεσης για την λήψη και εφαρμογή μίας απόφασης σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, επιζητώντας ουσιαστικά μία τροποποίηση των συνθηκών.
 Ώστε, η Ένωση να καταστεί περισσότερο αποτελεσματική, όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, πιο παρεμβατική, εκεί όπου απαιτείται, πιο ικανή να ανταποκριθεί σε τύπους προβλημάτων που συμπεριλαμβάνουν από ενδο-κοινοτικές αντιπαραθέσεις έως ένοπλες συγκρούσεις και μορφές σύγχρονου 'υβριδικού' πολέμου, νοηματοδοτώντας εμπρόθετα την δυνατότητα να μετεξελιχθεί η Ένωση σε άμεσο γεω-πολιτικό δρώντα.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, η χρήση του veto, προσλαμβάνεται ως 'παρωχημένο' εργαλείο πολιτικής και άσκησης ενδο-ευρωπαϊκής πολιτικής, από πλευράς Γερμανίας, αναδεικνύοντας παράλληλα την προτιμητέα επιλογή (που δύναται να λειτουργεί και ως πολιτική 'ρίσκου'), που είναι η δυνατότητα έως πλέον 'αναγκαιότητα' λήψης αποφάσεων και ανάληψης δράσης από τις χώρες-μέλη που το 'επιθυμούν,' προτάσσοντας, στρατηγικά, το 'πως' αντί του 'πόσοι.' 

Υπό αυτό το πρίσμα, θα προσθέταμε πως η Γερμανική πρόταση, η πρώτη ίσως που θέτει ανοιχτά ένα τέτοιο ζήτημα, δεν απέχει και ιδιαίτερα από την ανα-διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της Ε.Ε., προς το έδαφος της συγκρότησης εντός του εν στενή εννοία θεσμικού, ευρω-ενωσιακού περιβάλλοντος, 'μικρών' (και ακόμη, τοπικής χροιάς), συμμαχιών που θα είναι σε θέση να κινούνται άμεσα και αυτόνομα, δίχως την παράμετρο του veto. Οπότε, δεν θα αναφερθούμε σε μία Ευρώπη 'δύο ή και τριών ταχυτήτων,' όσο στην Ευρώπη των 'πολλαπλών επιλογών,' στο εγκάρσιο σημείο όπου μία τέτοια πρόταση περιβάλλεται το μανδύα του εμπλουτισμού της 'εργαλειοθήκης' των ασκούμενων πολιτικών.

Το όλο ζήτημα καθίσταται ιδιαίτερο λεπτό και σύνθετο, εγγράφονται διαστάσεις καταστατικής νομιμοποίησης, ενδο-ευρωπαϊκής λειτουργίας, εθνικής κυριαρχίας,  διεθνών συμμαχιών ενός κράτους-μέλους, συλλογικών αυτο-προσδιορισμών, αφηγήσεων περί εξωτερικής πολιτικής, η συνέχεια και η πορεία της πρότασης, αναμένονται με ενδιαφέρον, με την τελευταία να έχει κερδίσει αρχικά, την υποστήριξη πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. 

«Συμφωνώ απολύτως με τον Χάικο Μάας» λέει στην DW η Ιράτσε Γκαρσία Πέρες, επικεφαλής της ομάδας των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην οποία ανήκει και το γερμανικό SPD. Η Ισπανίδα ευρωβουλευτής εκτιμά ότι «τα μεμονωμένα βέτο προκαλούν αδράνεια στην ΕΕ. Θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτό το στάδιο αν θέλουμε να εξελιχθεί η ΕΕ σε πραγματικό global player με ισχυρή φωνή». 

Η πρόταση, κατά βάση, σχετίζεται με το εγχείρημα εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπως επίσης και με την μορφή που μπορεί να λάβει μία νέα και ποιοτικά διαφορετική Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Γερμανική πρόταση περί κατάργησης του veto κατά την διάρκεια της διαδικασία λήψης αποφάσεων για θέματα εξωτερικής πολιτικής, υπεισέρχεται στον πυρήνα εκείνης της αντίληψης που θέλει την Ευρωπαϊκή Ένωση, πέραν των διαφόρων ευκαιριών δράσης, να αναγνωρίζει πρωταρχικά τις ίδιες δυνατότητες της, με γνώμονα την καλύτερη αξιοποίηση των αυτών των δυνατοτήτων. 
Ουσιωδώς, η πρόταση, που σημασιοδοτεί και μία διαφορετική προσέγγιση της Γερμανίας πάνω στο θέμα της αναθεώρησης των ευρωπαϊκών συνθηκών, ζητεί κάτι περισσότερο από το να μείνει η ευρωπαϊκή ενοποίηση στα χαρτιά, επιχρωματισμένη με πομπώδεις διακηρύξεις. Κατά τον Σωτήρη Ντάλη, «η εμβάθυνση και ολοκλήρωση της Ευρωζώνης πρέπει να είναι ο θεσμικός άξονας των θεσμικών πρωτοβουλιών, τις οποίες θα συμπληρώνει το σχέδιο ανάπτυξης της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας, προκειμένου να εξασφαλίζει τη στρατηγική της αυτονομία, να μπορεί να διαχειριστεί τις διεθνείς κρίσεις μόνη της και να εγγυάται τα εξωτερική σύνορα της».

Αν μη τι άλλο, ο Χάικο Μάας, θέτει πάνω στο τραπέζι, άμεσα και επείγοντα, τον τρόπο με βάση τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί και να λειτουργήσει περισσότερο ως οντότητα και όχι μπλοκ δυνάμεων, αλλά και να αναβαθμίσει τον θεσμικό, διεθνο-πολιτικό της ρόλο. 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ