Για την συνάντηση Μπάιντεν - Πούτιν στη Γενεύη - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Στην πόλη της Γενεύης, στην Ελβετία, πραγματοποιήθηκε η προγραμματισμένη συνάντηση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Τζο Μπάιντεν με τον Ρώσο ομόλογο του, Βλαντίμιρ Πούτιν. 

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε την Τετάρτη, 16 Ιουνίου και εν προκειμένω, συμπεριέλαβε μία ευρεία γκάμα ζητημάτων που άπτονται των διμερών σχέσεων. Και μεταξύ αυτών, ζητημάτων που προκαλούν τριβές στις Ρωσο-Αμερικανικές σχέσεις, οι οποίες, αν και διατηρήθηκαν σε ένα ανεκτό επίπεδο την περίοδο διακυβέρνησης του προέδρου Τραμπ (δίχως να σημαίνει κάτι τέτοιο πως εξέλιπαν εντάσεις), συνεπεία και της προσωπικής διπλωματίας που ασκούσε ο πρόεδρος Τραμπ, διατήρησαν ένα αμοιβαίο επίπεδο καχυποψίας.  

Μετά την εκλογή και ιδίως, την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων από τον Τζο Μπάιντεν, οι διμερείς σχέσεις επιδιώκεται να εισαχθούν σε μία νέα περίοδο εξισορρόπησης (είναι ίσως ο πλέον δόκιμος όρος), εκκινώντας από την παραδοχή ό,τι η συζήτηση και οι εκ του σύνεγγυς επαφές, ακόμη και στο ανώτερο επίπεδο, όπως η συνάντηση της Γενεύης, είναι προτιμότερες από τις εμπιστευτικές διαρροές, τις διάφορες υπόνοιες και ακόμη, την επιθετική ρητορική.

 Και σε ένα δεύτερο επίπεδο, στη βάση της συνάντησης της Γενεύης, υπεισέρχεται η παραδοχή ό,τι θετικά στις διμερείς σχέσεις θα μπορούσε να συμβάλλει η συζήτηση και των λεγόμενων 'δύσκολων' ζητημάτων, όπως είναι η κυβερνοασφάλεια, η παρουσία του ΝΑΤΟ στον εγγύτερο 'ζωτικό χώρο' της Ρωσικής Ομοσπονδίας, οι σχέσεις με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, που ακόμη και δεν ήταν 'παρών' στη συνάντηση, έριχνε τη γεω-πολιτική σκιά της πάνω από αυτή. 

Τυπολογικά, η συνάντηση μεταξύ των δύο προέδρων, εμπίπτει στην κατηγορία της «shuttle diplomacy», ήτοι της «διπλωματίας κορυφής», όπως την ονομάζει ο Θεόδωρος Κουλουμπής, όντας παράλληλα αρκούντως προετοιμασμένη σε διπλωματικό επίπεδο, ώστε να μη διολισθήσει στο λεγόμενο 'blame game,' στο παίγνιο δηλαδή της επίρριψης ευθυνών: Κανείς εκ των δύο ηγετών δεν επιθυμούσε να χρεωθεί μία ενδεχόμενη 'αποτυχία' της συνάντησης. Παραμένοντας εναρμονισμένος όμως με τις βασικές κατευθύνσεις της εξωτερικής πολιτικής της χώρας του.

 Σε αυτό το πλαίσιο, θα ειπωθεί πως η συνάντηση μεταξύ των δύο δεν καθίσταται αποκομμένη από τις συζητήσεις και τις επαφές που είχε ο πρόεδρος Μπάιντεν τις προηγούμενες ημέρες στις Βρυξέλλες (με το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση), με σημείο αναφοράς, την επανεκκίνηση των διατλαντικών σχέσεων πάνω σε νέες προτεραιότητες και στρατηγικά διακυβεύματα. 

Κατ' αυτόν τον τρόπο, πιάνουμε το νήμα από εκεί όπου το αφήσαμε πιο πάνω, λέγοντας πως η στρατηγική και γεω-πολιτική στροφή που έχουν επιχειρήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες προς την Κίνα, η εκ νέου επιβεβαίωση της οποίας ανέδειξε και τις διαφορετικές προσεγγίσεις που ενυπάρχουν εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαδραμάτισε ρόλο ώστε να διαμορφωθεί μία σχετική δυναμική εν όψει και εντός της συνάντησης, που λειτούργησε προς όφελος των δύο μερών, στο εγκάρσιο σημείο όπου ναι μεν κατέστησαν εμφανείς οι διαφορετικές στρατηγικές και ο υπαρκτός γεω-πολιτικός ανταγωνισμός, αλλά, από την άλλη, δε, υπήρξε αναφορά σε πεδία όπου οι δύο πλευρές δύνανται να συνεργασθούν και να έρθουν εγγύτερα, προλειαίνοντας το έδαφος για μία ουσιαστική σύγκλιση σε κάποιο 'υψηλό' διεθνο-πολιτικό θέμα. 

Η έμφαση δίδεται σε ό,τι μπορεί να συνδράμει στην συγκρότηση συνθηκών συνεργασίας (στην ιδιόλεκτο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων αυτό ονομάζεται έμφαση σε ζητήματα 'χαμηλής' πολιτικής), μεταξύ των δύο χωρών, κάτι που εν πρώτοις αποτυπώνεται στην δέσμευση για την ανανέωση της συμφωνίας ελέγχου των πυρηνικών όπλων 'New Start.' Συμφωνία που προσλαμβάνει και ένα ευρύτερο αποτύπωμα που εκφεύγει του πλαισίου ανάπτυξης των σχέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας.

 Υπό αυτό το πρίσμα, κάνουμε λόγο για την ύπαρξη ενός  πλέγματος, ή αλλιώς, μίας «αλληλεξάρτησης ασφάλειας», για να παραπέμψουμε στο θεωρητικό σχήμα του Buzan, εκ-πεφρασμένης στην συμφωνία για την ανανέωσης της συμφωνίας ελέγχου των πυρηνικών όπλων, και ιδωμένης υπό το πρίσμα της αντίληψης εκείνης που θέλει την «μονομερή επιδίωξη της ασφάλειας να αυξάνει την ανασφάλεια και όχι την ασφάλεια», κατά την διατύπωση του Αλέξη Ηρακλείδη. 

Σχήμα το οποίο και ενυπάρχει και προσδιορίζεται εμπρόθετα το πνεύμα της συνάντησης, με τις δύο χώρες να συγκλίνουν πάνω στην αντίληψη που τις θέλει υπεύθυνες για την σταθερότητα και την ασφάλεια, τουλάχιστον όπου αυτό είναι άμεσα εφικτό. Αν και στη συνάντηση τέθηκαν ζητήματα και επίδικα, απαιτείται σειρά επαφών, για να μετεξελιχθούν οι Ρωσο-αμερικανικές σχέσεις σε σχέσεις θετικού αθροίσματος, συνολικά. Η πρώτη επαφή όμως, μεταξύ Μπάιντεν και Πούτιν, δεν λογίζεται ως το τέρμα της διαδρομής.

 ‘’Σήμερα επαναβεβαιώνουμε την αρχή ότι ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να έχει νικητή και δεν πρέπει να γίνει ποτέ» ανέφεραν οι δύο πρόεδροι στο κοινό ανακοινωθέν. Κοινή συνισταμένη των χωριστών δηλώσεών τους προς τον Τύπο μετά τη σύνοδο ήταν η συγκρατημένη αισιοδοξία, με τον Τζο Μπάιντεν να αναφέρει χαρακτηριστικά: «Θα φανεί σε τρεις, σε έξι μήνες αν πράγματι θα ξεκινήσει ο στρατηγικός διάλογος, αν θα σχηματιστεί πλαίσιο διαχείρισης της κυβερνοασφάλειας και αν θα απελευθερωθούν Αμερικανοί κρατούμενοι από ρωσικές φυλακές». 

Οι Ρωσο-αμερικανικές σχέσεις εγγράφουν μία ιδιαίτερη δυναμική που αντλεί και από τις εξελίξεις που επιτελούνται σε πολυμερές και σε διμερές επίπεδο, εντασσόμενες, με τις διάφορες διακυμάνσεις τους, εντός ενός διεθνούς συστήματος το οποίο δεν λειτουργεί με τους όρους ύπαρξης και λειτουργίας «παγκόσμιων αστυνόμων», κατά την έκφραση των Allison & Traverton.

 Μία συνεργασία που θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στο είδος της σχέσης που επιθυμούν να αναπτύξουν, θα ήταν η αποκαλούμενη «αντιπαραθετική συνεργασία» (adversarial collaboration), που προβλέπει την ανάπτυξη και καλλιέργεια των σχέσεων και των διμερών σχέσεων, δίχως την ώθησε ενός εκ των δύο μερών, ή και των δύο, στην απεμπόληση των βασικών αρχών τους. Αν και δειλά,  κάποια μικρά σημεία διεφάνησαν.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ