Οι ΗΠΑ και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

H εφημερίδα 'Η Καθημερινή,' και πιο συγκεκριμένα, η διαδικτυακή έκδοση της, δημοσιεύει μία ενδιαφέρουσα είδηση που άπτεται του πυρηνικού προγράμματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων που εν προκειμένω πραγματοποιούνται στην Βιέννη. και η είδηση σχετίζεται με την απόφαση περί παύσης των συνομιλιών που έλαβαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ώστε να αξιολογηθεί η όλη κατάσταση και οι συζητήσεις που έλαβαν χώρα όλη αυτή την περίοδο στην Βιέννη. 

Η απόφαση ελήφθη σε μία περίοδο όπου στις προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, εκλέχθηκε νέος πρόεδρος της χώρας ο Εμπραχίμ Ραϊσί, ο οποίος και αρθρώνει έναν πολιτικό λόγο με χαρακτηριστικά 'εχθροπάθειας,' ενώ, όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, θέτει ως σημαίνουσα προϋπόθεση για την επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων για την επανενεργοποίηση της συμφωνίας για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, συμφωνία που συνήψαν η ομάδα '5+1' με την Ισλαμική Δημοκρατία, την άρση των οικονομικών-εμπορικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη χώρα. 

Παράλληλα, και οι Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την εκλογή και περαιτέρω, την ανάληψη προεδρικών καθηκόντων από τον Τζο Μπάιντεν, τηρούν μία ιδιότυπη στάση αναμονής, η οποία και δύναται να προσλάβει ένα διττό πρόσημο. 

Έτσι, αφενός μεν, οι Ηνωμένες Πολιτείες, διακηρυγμένα, συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών στη Βιέννη, επιλέγοντας όμως να διαπραγματευθούν με τους αξιωματούχους της Ισλαμικής Δημοκρατίας, μέσω διαμεσολάβησης, και, αφετέρου δε, δεν έχουν προχωρήσει σε κάποια κίνηση ή σε κινήσεις που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να προσδώσουν μία νέα δυναμική στο διαπραγματευτικό πλαίσιο. 

Φανερώνοντας έτσι μία οιονεί δυσπιστία απέναντι στις προθέσεις του Ιράν, κάτι που αποδεικνύει η απόφαση για την μη άρση έστω τμήματος των κυρώσεων που επέβαλλε η προηγούμενη κυβέρνηση Τραμπ στο Ιράν. Θεωρώντας την πολιτική των κυρώσεων ως την πολιτική εκείνη που μπορεί να αποτρέψει το Ιράν και από την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και από την συνέχιση του πυρηνικού του προγράμματος προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της διαδικασίας εμπλουτισμού ουρανίου. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως προς την στάση τους απέναντι στο Ιράν, εγγράφουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και άσκησης εξωτερικής πολιτικής, ό,τι η Lynn Miller αποκαλεί ως «διλήμματα πολιτικής» που εδώ, έχουν να κάνουν με το εξής: Να ακολουθηθεί μία πολιτική κατευνασμού που θα δίδει τον απαραίτητο χρόνο και χώρο στο Ιράν να πραγματοποιήσει ένα βήμα προς τα εμπρός για την εφαρμογή της συμφωνίας, απαντώντας στις καλές προθέσεις με κάτι αντίστοιχο; 

Ή από την άλλη, να συνεχισθεί μία κατά βάση τιμωρητική πολιτική, ώστε να εξωθηθεί το Ιράν να υποχωρήσει και να δεχθεί πιο εύκολα τους όρους των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με την συμφωνία του 2015; 

Εκεί όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος του να θεωρήσει μία τέτοια πολιτική το Ιράν ως προσπάθεια 'εθνικής ταπείνωσης' του, με αποτέλεσμα την ανακύκλωση του προβλήματος. Τώρα, όσον αφορά την απόφαση διακοπής των συνομιλιών της Βιέννης, σταχυολογούμε ενδεικτικά από την εφημερίδα 'Η Καθημερινή': «Το Ιράν και οι έξι διεθνείς δυνάμεις διέκοψαν τις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, προκειμένου να έχουν διαβουλεύσεις στις πρωτεύουσες τους, δήλωσε την Κυριακή ο απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διαπραγματεύσεις. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Ενρίκε Μόρα δεν έδωσε καμία ένδειξη για το πότε θα επαναληφθούν οι συνομιλίες, όμως επισήμανε πως έχει επιτευχθεί πρόοδος κι ότι οι συμμετέχοντες θα έχουν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για τη σύναψη μιας συμφωνίας, όταν επιστρέψουν».

 Η αναφορά του ειδικού απεσταλμένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διαπραγματεύσεις περί επίτευξης προόδου, είναι κατ' αρχάς θετική, μένει όμως να διαφανεί το πως συγκεκριμενοποιείται αυτή η επιτευχθείσα πρόοδος. Με τις δύο χώρες να επιμένουν στις θέσεις τους, απαιτείται δημιουργικότητα, και «ηθική σαφήνεια», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Nicholson, με το συγκεκριμένο ζήτημα να καθίσταται περιφερειακό όσο και διεθνο-πολιτικό, δίχως να διαθέτει τα κλασικά χαρακτηριστικά μίας σύγκρουσης ή αλλιώς, συγκρουσιακής κατάστασης. Κάτι που σημαίνει πως τυπολογικά δεν εμπίπτει στην κατηγορία του πολέμου και της πολεμικής σύγκρουσης, όντας ανοιχτό σε διάφορες εκβάσεις. 

Η συμφωνία του 2015 για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, έχει στην προμετωπίδα της δύο ιδιαίτερες παραδοχές. Η πρώτη παραδοχή, περισσότερο έμμεση αλλά υπαρκτή, έχει να κάνει με το ό,τι το Ιράν σπεύδει να παραδεχθεί την ύπαρξη πυρηνικού προγράμματος, ενώ η δεύτερη αφορά τις δυνάμεις εκείνες που συνέβαλλαν στην συνομολόγηση και υπογραφή μίας διεθνούς συμφωνίας. Αυτή η παραδοχή έχει σχέση με ό,τι οργανωμένα και συστηματικά, η ομάδα των χωρών '5+1' (δεν πρέπει να υποτιμηθεί εδώ ο ρόλος της Γερμανίας), συγκλίνει πάνω στην αναγκαιότητα εφαρμογής πολιτικών ελέγχου του Ιρανικού πυρηνικού προγράμματος ώστε αυτό να μην εκβάλλει προς άλλες και ανεπιθύμητες κατευθύνσεις. 

Με αφορμή την παύση των συνομιλιών που έχουν προηγηθεί, συνομιλίες που εξελίχθηκαν παρά την διχογνωμία των Ηνωμένων Πολιτειών, κομίζουμε την εξής πρόταση: Να οριστεί, με την σύμφωνη γνώμη των χωρών, ειδικός απεσταλμένος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), μοντέλο που ακολουθείται σε ζητήματα όπως το Κυπριακό, αν και εκεί είναι διαφορετικές οι αναλογίες, που θα συμμετέχει ενεργά στην όλη διαδικασία, θα επιχειρεί συγκλίσεις, θα θέτει το πλαίσιο, θα προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα όταν χρειάζεται, και επίσης, θα συντάσσει πόρισμα με τον απολογισμό των διαπραγματεύσεων. 

Ο ορισμός ειδικού απεσταλμένου, δύναται να αποτελέσει έμπρακτη απόδειξη μίας ενεργοποίησης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, με στόχο την εκ νέου ενεργοποίηση μίας συμφωνίας ελέγχου που ταυτόχρονα δεν πίεζε υπέρμετρα το Ιράν. Οι διαπραγματεύσεις, με διαστάσεις «διαθεσιμότητας», δηλαδή της «επίγνωσης» ό,τι αποτελούν μορφή δράση που «έχει νόημα», πρέπει να συνεχισθούν και να εντατικοποιηθούν.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ