Για τις Γαλλικές περιφερειακές εκλογές - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας 'Η Καθημερινή,' γίνεται λόγος για τις πρόσφατες Γαλλικές περιφερειακές εκλογές, και για την όχι καλή εκλογική επίδοση τόσο του κόμματος του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν ('Δημοκρατία σε κίνηση'), όσο και του 'Εθνικού Συναγερμού' της Μαρίν Λεπέν. 

Που εν προκειμένω, και μετά την εκκίνηση της διαδικασίας της λεγόμενης 'απο-δαιμονοποίησης' του, πληροί τις προϋποθέσεις για την τυπολογική ένταξη του στην κομματική-πολιτική οικογένεια της Άκρας Δεξιάς, αποτελώντας, αφενός μεν πολιτικό κόμμα το οποίο και εντάσσεται στο λεγόμενο «τρίτο κύμα» ανάπτυξης της ευρωπαϊκής Άκρας Δεξιάς, προκρίνοντας εντόνως, και σήμερα, την εναντίωση «στην πολυπολιτισμικότητα και συνεπώς στο φαινόμενο της μετανάστευσης και της παγκοσμιοποίησης», για να παραπέμψουμε στους Βασιλική Γεωργιάδου και Cas Mudde, και, αφετέρου δε, αποκτά ένα «εθνικολαϊκιστικό υπόβαθρο» (Βασιλική Γεωργιάδου), με αιχμή, όπως διεφάνη την περίοδο προ των Γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2017, έναν έντονο ευρω-σκεπτικιστικό λόγο, εκεί όπου τίθεται μία βάση αμφισβήτησης της ίδιας της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης που ως συνδετικός ιστός διαπερνά και άλλα κόμματα αυτής της οικογένειας, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο, αμφισβητείται η θέση της Γαλλίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξέλιξη που δύναται να αποφασιστεί με δημοψήφισμα. Κάτι που μας ωθεί να κάνουμε λόγο, θεωρητικά, για έναν κριτικό έως ριζοσπαστικό ευρω-σκεπτικισμό. 

Τα αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών, δεν υπήρξαν θετικά και για τα δύο κόμματα, καθώς, όπως σημειώνει ο Μιχάλης Μητσός στην εφημερίδα 'Τα Νέα,' ο 'Εθνικός Συναγερμός' ως μετεξέλιξη του 'Εθνικού Μετώπου' «έλαβε μόλις 19% των ψήφων (έναντι 28% πριν από πέντε χρόνια) και ήρθε πρώτο μόνο σε μια περιφέρεια (την Προβηγκία-Άλπεις-Κυανή Ακτή), αντί σε έξι, όπως προέβλεπαν κάποιες δημοσκοπήσεις».

 Αντίστοιχα, το κόμμα του προέδρου Μακρόν, «έλαβε μόλις 11% καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση, μετά τους Ρεπουμπλικανούς (27%), τον Εθνικό Συναγερμό, το Σοσιαλιστικό κόμμα (16,5%) και τους Πράσινους (13%)».

Εάν μπορούμε να σταθούμε κάπου αρχικά, αυτό θα ήταν το υψηλό ποσοστό της εκλογικής αποχής που κυμάνθηκε πάνω από το 60%. Σταχυολογούμε ενδεικτικά από την εφημερίδα 'Η Καθημερινή': «Απογοητευτικά για το κόμμα Δημοκρατία σε Κίνηση του προέδρου Μακρόν και τον ακροδεξιό Εθνικό Συναγερμό της Μαρίν Λεπέν υπήρξαν τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των περιφερειακών εκλογών. Αίσθηση προκάλεσε το ποσοστό της αποχής, που ξεπέρασε το 65% (85% μεταξύ των νέων 18 – 24 ετών)».

 Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδιαίτερη υψηλή αποχή στις περιφερειακές εκλογές, ή αλλιώς, η «μείωση της εκλογικής συμμετοχής» (electoral turnout), κατά την έκφραση των Svensson, Blondel & Sinnot, αντανακλά έναν εντεινόμενο βαθμό δυσαρέσκειας για την θητεία του προέδρου Μακρόν και για το κομματικό-πολιτικό σύστημα, εκφράζει μία πολιτική δυσπιστία, η οποία και συναρθρώνεται με τάσεις κομματικής αποστοίχισης, προσδιορίζει την απαισιοδοξία για ό,τι θεωρείται ως έλλειψη πολιτικής 'εναλλακτικής,' φθάνοντας να αγγίζει το 85% στην ηλικιακή κατηγορία 18-24 ετών. 

Και αυτό είναι ένας δείκτης που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, στο βαθμό που οι περιφερειακές εκλογές είναι μία από τις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις στη Γαλλία μετά την επιβολή lockdown, εκεί όπου, η υψηλότατη αποχή σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία, θα μπορούσε να εκφράζει μία δυσαρέσκεια για τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης, δυσαρέσκεια που εκφράζεται μαζικά, και δεν αφήνει ανεπηρέαστο όχι μόνο το κυβερνών κόμμα, αλλά και το πολιτικό σύστημα καθώς και την ίδια την εκλογική διαδικασία ως διαδικασία δημοκρατικής νομιμοποίησης. 

Η αποχή είναι ένα σύνθετο, ως προς την εκδήλωση και την ερμηνεία του φαινόμενο, προσλαμβάνοντας μία οιονεί μαζικότητα που συμπαρασύρει κόμματα αλλά και υποψηφίους. Στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών, διακρίνουμε τις εξής παραμέτρους: Πρώτον, την ανθεκτικότητα του Γαλλικού Σοσιαλιστικού κόμματος, που, μετά την μείωση της κοινωνικής-πολιτικής του επιρροής, έτσι όπως διεφάνη στις προεδρικές εκλογές του 2017, με την προεδρική θητεία Ολάντ να έχει προηγηθεί (αν και τα διακυβεύματα είναι διαφορετικά) φθάνει, με όρους εκλογικής δύναμης, το 15,6% στον πρώτο γύρο, αυξάνοντας την δύναμη του, κάτι που συναρτάται από την ύπαρξη εφεδρειών, πολιτικών-οργανωτικών, σε επίπεδο περιφέρειας, την επιλογή κατάλληλων υποψηφίων, την άρθρωση ενός πολιτικοϊδεoλογικού λόγου που αποδίδει έμφαση σε ζητήματα οικολογικά-περιβαλλοντικά, δίχως το Σοσιαλιστικό κόμμα να διεκδικεί την «θεματική κυριότητα», επ' αυτών, και που μεταφράζεται πολιτικά σε συμμαχικά ανοίγματα. 

Και μία τέτοια συμμαχία έχει πιθανότητες να συγκροτηθεί εν όψει του δευτέρου γύρου των εκλογών για την περιφέρεια του Παρισιού. «Την ίδια ώρα, την περιφέρεια του Παρισιού φιλοδοξεί να διατηρήσει μια άλλη πρώην υπουργός του Σαρκοζί, η Βαλερί Πεκρές, με 35,9%, αν και η θέση της απειλείται από ενδεχόμενη εκλογική συμμαχία Σοσιαλιστών, Αριστερών και Πράσινων».

 Ένα δεύτερο στοιχείο, έχει να κάνει με την καλή εκλογική επίδοση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, το οποίο και άγγιξε το 27% των ψήφων, με τον επικεφαλής του, Ξαβιέ Μπερτράν, να λαμβάνει το 41% των ψήφων στην περιφέρεια Hauts-de France, 'ενσαρκώνοντας' ουσιαστικά, την ενίσχυση της κοινωνικής-πολιτικής δυναμικής του κόμματος, το οποίο και επιλέγεται ως αξιόπιστη πολιτική εναλλακτική, και μάλιστα με κυβερνητική προοπτική, απέναντι στη 'Δημοκρατία σε Κίνηση' του προέδρου Μακρόν και τον 'Εθνικό Συναγερμό' της Μαρίν Λεπέν, την στιγμή όπου, έχοντας υιοθετήσει μία ατζέντα με πρόσημο 'αντί' ως προς τον 'Εθνικό Συναγερμό,' επιλέγεται και ως δυνάμει πολιτικό κόμμα που θα αποτρέψει την Μαρίν Λεπέν από το να εισέλθει στον β' γύρο των Γαλλικών προεδρικών εκλογών. 

Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα κατάφερε να ενισχύσει το κεντροδεξιό πολιτικοϊδεολογικό του προφίλ, όντας το κόμμα εκείνο που ευνοήθηκε περισσότερο από τις θεωρούμενες ως κυβερνητικές αντιφάσεις εν καιρώ πανδημικής κρίσης. Μία τρίτη παράμετρος, αφορά το κόμμα των Πρασίνων που με 13% των ψήφων, διατηρεί την θέση του ως υπαρκτός κομματικός-πολιτικός πόλος, συνεχίζοντας, με αυξομειώσεις, την καλή εκλογική επίδοση που σημείωσαν υποψήφιοι του στις περυσινές δημοτικές εκλογές.

 Θα σημειώσουμε όμως, πως η εκλογική επίδοση των κομμάτων, δεν προοιωνίζεται το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών που θα διεξαχθούν το 2022, ούτε θα μεταφερθεί 'αυτομάτως' στην επικείμενη εκλογική αναμέτρηση. 

Στις Γαλλικές περιφερειακές εκλογές, αλλά και στις αντίστοιχες δημοτικές (στα καθ' ημάς χρησιμοποιείται ο όρος 'αυτοδιοικητικές'), είθισται να επιλέγονται για την διεκδίκηση μεγάλων και κεντρικών περιφερειών πολιτικά πρόσωπα με κυβερνητική εμπειρία, υπουργοί, ακόμη και επικεφαλής κομμάτων, για να φανεί ευκρινέστερα η σημασία που αποδίδεται σε αυτού του τύπου την εκλογική αναμέτρηση, και ακόμη, στη δυνατότητα άσκησης πολιτικής μέσα από τις περιφέρειες. Μετά τον πρώτο γύρο των εκλογών, μία πρώτη τάσεις και ασυνέχειες καταγράφηκαν, όπως και η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ