Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’ «Πως νοσταλγείς ωραία καλοκαίρια που δεν έζησες. Μόνο να ονειρεύεσαι μπορείς αυτά που ίσως έλθουν» (Βαγγέλης Χρόνης, ‘Νοσταλγία’) - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφορούν, το 2021, τα συγκεντρωτικά ποιήματα του Βαγγέλη Χρόνη για την περίοδο 1999-2020. Πιο συγκεκριμένα, ο τόμος συμπεριλαμβάνει τις συλλογές ποιημάτων, που ξεκινούν από το 1999 και τον 'Σύμμαχο χρόνο' και φθάνουν έως το 2020, όταν και κυκλοφόρησε η 'Μελλοντική Ελευθερία' σε ποίηση Βαγγέλη Χρόνη και Κωνσταντίνου Μπούρα, που εν προκειμένω, αποτέλεσε μία εύτακτη χρονικά, κατάθεση σκέψεων γύρω από την εκδήλωση του πανδημικού γεγονότος. 

Η 'Ποίηση 1990-2020,' όπως είναι ο τίτλος του συγκεντρωτικού τόμου, μπορεί να ενταχθεί, μορφολογικά, και στην κατηγορία του ποιητικού χρονικού και όχι του χρονολόγιου, στο βαθμό που δίδει έμφαση σε μία ποιητική κατηγοριοποίηση με βάση χρονικά ορόσημα (χρονιές), και όχι σε μία παράθεση, και δη συνεχόμενη παράθεση, ημερομηνιών.

Διότι το διακύβευμα υπήρξε η ανάδειξη, ακόμη και εμπρόθετα, του ποιητικού λόγου, οι διακυμάνσεις που μπορεί να ανακύψουν, η μετάβαση από συλλογή σε συλλογή. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση καθίσταται ο όρος-κλειδί, καθώς συμβάλλει στη συγκρότηση ενός ποιητικού 'συνεχούς', το οποίο όμως, όσον αφορά το περιεχόμενο του, δεν εξελίσσεται γραμμικά, εκεί όπου ο Βαγγέλης Χρόνης «πολιτογραφείται» ως ποιητής, για να παραπέμψουμε στην ανάλυση της Pascale Casanova, που καταλαμβάνει την δική του θέση στην ποιητική παραγωγή ή αλλιώς, στον ποιητικό χώρο της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας. 

Εδώ όμως, ενσκήπτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο: Ακόμη και αν δεν λειτουργεί ως ένας ιδιαίτερος ανατόμος της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας, ή της περιόδου της ύστερης Μεταπολίτευσης (η εκδήλωση της οποίας συνιστά την μετάβαση της χώρας σε καθεστώς «νέας δημοκρατίας», κατά την ανάλυση των Jaggers & Gurr), ο ποιητής δεν αποσπάται από το ευρύτερο πλαίσιο αυτής της περιόδου, και ιδίως, από την ποιητική παραγωγή της περιόδου. 

Με μία προτίμηση, στην ολιγόστιχη ή αλλιώς, στη μικρή ποιητική φόρμα, ο Βαγγέλης Χρόνης, έχει διαμορφώσει το δικό του ποιητικό ύφος, εντός του εντός του συναρθρώνονται οι αφηγήσεις περί χρόνου και οι προεκτάσεις της μνήμης, προσιδιάζοντας προς την κατεύθυνση εννοιολογικής 'κατασκευής' της 'υποκειμενικότητας.' 

Ας το δούμε πιο αναλυτικά. Η έννοια της 'υποκειμενικότητας' στην ποίηση του Βαγγέλη Χρόνη προκύπτει, όχι μεταφυσικώ τω τρόπω, αλλά, αντιθέτως, διαμέσου της επαφής με την ιστορία και των διεργασιών που δύναται να επιφέρει αυτή η επαφή, της βιωματικής σχέσης με το φυσικό περιβάλλον και με διάφορα τοπόσημα που είναι συμβολικά 'φορτισμένα' (βλέπε την νήσο 'Δήλο'), της σημασιοδότησης του 'ωραίου,' της αντίληψης για τον θάνατο που προσδιορίζεται και ως ατομικό 'τέλος.' 

Εντός χρόνου και την ίδια στιγμή, χρονικά απροειδοποίητο. Παράλληλα, για την κατασκευή αυτού που ορίσαμε ως ποιητική 'υποκειμενικότητα,' δεν εκλείπουν και υπόγειες δια-κειμενικές αναφορές, στοιχείο το οποίο και εντοπίζουμε στο ρυθμικό ποίημα 'Ακριβώς στις Δώδεκα,' από την συλλογή 'Νέοι στον Άδη': «Ο άρχοντας του σκότους απόμακρος ψυχρός και αδιάφορος μισώντας αυτούς που φεύγουν χωρίς την άδεια του κάποιο μεσημέρι ακριβώς στις δώδεκα τύλιξε στις μαύρες του φτερούγες κάτω από ένα μπαλκόνι το θρυμματισμένο κουφάρι του άμοιρου δειλού. Ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι και όχι τα μεσάνυχτα».

Εδώ έχουμε να κάνουμε, όχι με την επίκληση αλλά με μία αναγγελία θανάτου ‘ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι,' χωρίς λεπτό παραπάνω. Ο θάνατος ονομάζεται 'άρχοντας του σκότους,' σε ένα εγχείρημα αντιστροφής εκείνης της αντίληψης που θέλει τον θάνατο και τον φόβο περί θανάτου να επέρχονται τις νυχτερινές ώρες, την ίδια στιγμή όπου αυτός καθίσταται απτός και καθημερινός, χωρίς χρονική προτίμηση αλλά με 'πρόσωπο': Ο 'άρχοντας του σκότους' που φέρει 'μαύρες φτερούγες,' (ενδιαφέρουσα η διαλεκτική σχέση 'σκότους' και μαύρου χρώματος), επέρχεται δραστικά, αθόρυβα, όσο και με μία βαθιά αίσθηση πένθους, επι-λέγοντας την ώρα, ήτοι την στιγμή: «Στις δώδεκα το μεσημέρι».

Μία παρόμοια αναγγελία θανάτου, η οποία τονίζεται μέσω της επαναλαμβανόμενης χρήσης του λεκτικού-ποιητικού μοτίβου «τ' απόγεμα η ώρα πέντε», απαντάται και στην ποιητική συλλογή του Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, 'Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας,' στο εγκάρσιο σημείο όπου στις, πέντε το απόγευμα, εμφανίζεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο, σημαίνεται ο θάνατος. 

Και δη ο θάνατος του ταυρομάχου Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας υπό την μορφή της τελετουργίας της εξόδιου ακολουθίας, τον οποίο θάνατο ο ποιητής αποδίδει παραστατικά, σχεδόν 'βίαια' και όχι ανεπαίσθητα, ώστε να διαφανεί η αλληλουχία των μεταβολών που προκαλεί ο θάνατος του αγαπημένου σε πολλούς ταυρομάχου: Στη φύση, στις σχέσεις των έμβιων όντων, στην εικόνα του νεκρού, στην οικία του που μετασχηματίζεται σε νεκρική οικία για να συμπεριλάβει ακριβώς την ζωή και 'ό,τι υπήρξε' ο ταυρομάχος, με τον ποιητικό λόγο να συγκροτεί ουσιωδώς μία ατμόσφαιρα θανάτου.

 «Τ' απόγεμα η ώρα πέντε», ώρα που συν-διαλέγεται με την μεσημβρινή ώρα που επιλέγει ο Βαγγέλης Χρόνης: 'Στις δώδεκα το μεσημέρι,' με τον θάνατο να εκδηλώνεται ξαφνικά αλλά ως οικείο συμβάν, και όχι ως 'εξαίρεση στον κανόνα.' Σε αυτό το ποιητικό 'συνεχές,' υπεισέρχεται και η παράμετρος του τόπου, όπως τονίσαμε και πιο πάνω.

 Η Δήλος προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού, ήτοι, του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνεται ο τόπος για ό,τι δύναται να 'προσφέρει': «Φωτογεννήτρα εσύ της μέρας και της νύχτας αιώνιο φωτοβόλο αστέρι των Δίδυμων Αδελφών. Χαίρε, Δήλε των παλαιών πιστών ταξιδιωτών και της σύγχρονης ευλογημένης ερημιάς. Χαίρε, εσύ Νησάων Αγιωτάτη».

 Η διπλή επίκληση της Δήλου, προσδίδει αφηγηματική δυναμική στο ποίημα, το οποίο και θεωρούμε πως επιμερίζεται χρονικά: Παρελθοντικά, όντας νησί των «παλαιών πιστών ταξιδιωτών», αρκετοί εκ των οποίων εξακολουθούν να την επισκέπτονται, κάτι που δεικνύει η χρήση του προθήματος 'πιστοί, που είναι 'πιστοί' στον τόπο και στον 'χρόνο' αυτού του τόπου. 

Παροντικά, όντας νησί της ‘σύγχρονης ευλογημένης ερημιάς,' που κινείται στον αντίποδα του φαινομένου της τουριστικοποίησης, δυνάμενη να προσφέρει το στοχασμό, το βίωμα, την 'ερημιά' όχι ως παράκληση, αλλά ως 'ευλογημένο δώρο' που αποκαλύπτεται σταδιακά. Και επίσης, εν τω μέσω του ποιήματος, ενσκήπτει και μία διαχρονική διάσταση, ευδιάκριτη στο λόγο που της επιφυλάσσει ο ποιητής: «Φωτογεννήτρα εσύ της μέρας και της νύχτας, αιώνιο φωτοβόλο αστέρι των Δίδυμων Αδελφών».

Αυτές οι τρεις διαστάσεις δύνανται να αποκαλύψουν μία οιονεί υπαρξιακή χροιά, ενώ ταυτόχρονα, εκδηλώνεται και εκείνη η λεπτή διαδικασία την οποία και επισημαίνουν οι Βασίλης Βαμβακάς, Άγγελος Ναστούλης, Τριαντάφυλλος Καρατράντος και Παναγής Παναγιωτόπουλος. Δηλαδή, η διαδικασία μετατροπής του χώρου σε «τόπο», «μέσα από τα άτομα και τις εμπειρίες τους. Ο τόπος σαν έννοια διαφέρει από τον χώρο καθώς υπεισέρχεται το βίωμα. Το βίωμα εννοούμενο ως έκφραση θεμελιωδών εμπειριών στην αυτοβιογραφία, φορτίζει τον χώρο με χαρακτηριστικά οικειοποίησης».

Αν η μετάβαση είναι συλλογική (οι 'πιστοί ταξιδιώτες' του ποιήματος), τότε, το βίωμα μπορεί να είναι ατομικό, επικουρικό ως προς την δυνατότητα επανεπινόησης του τόπου, επι-δραστικό, όταν την ίδια στιγμή συγκλίνει προς τον άξονα της τελετουργικής ανύψωσης του τόπου που προσφέρει το 'φως' ως ίδια ρήξη με το συμβατικό και με το πεπερασμένο. 

Στην 'Ποίηση 1990-2020,' όσο προχωράμε, αντικρίζουμε επι-γενόμενους φόβους και αμφιβολίες, την προσδοκία της 'επόμενης φοράς,΄ την επιθυμία σε διάφορες μορφές, την ιστορία που πλέον, διαλέγεται με την πανδημία. Κάτι που πράττει και ο ποιητής, ο οποίος και καταθέτει την αίσθηση ενός 'άγνωστου' ιού, που περιφέρεται από τόπο σε τόπο. «Η άγνωστη ημέρα θα παραμείνει άγνωστη. Όταν φανερωθεί θα αποκαλύψει πιθανόν κάτι απρόοπτο και άγνωστο. Σενάρια ονείρων ο νους δυσκολεύεται να δημιουργήσει σήμερα αν και κάποια ανεπαίσθητη ελπίδα περιφέρει δειλά την παρουσία της. Σάμπως να καταράστηκαν την εποχή μας». Στο ποιητικό ‘πράττειν,’ συναιρούνται δύο χαρακτηριστικά που έχουν σχέση με την ποίηση.

 Το πρώτο είναι η δυνατότητα και η επιθυμία του δια-μοιρασμού της λέξης και του ευέλικτου λόγου, και το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αίσθηση πως προτού διαμοιράσει, γράφει με μία εγκράτεια και ενίοτε με μία αυτο-συγκράτηση, έχοντας την επίγνωση ό,τι εντάσσεται σε ένα γίγνεσθαι που αλλάζει. Το κύριο μέλημα του ποιητή, σε ένα ποιητικό χρονικό με ορόσημα, δεν είναι να ακουστεί, αλλά να γράψει ποίηση για ό,τι αξίζει να ειπωθεί και να ακουστεί. 

Κάτι που καταφέρνει, όντας μία διακριτή ποιητική φωνή, με το δικό της ύφος και ιδίωμα, σε μία περίοδο όπου ο ποιητικός λόγος αναπαράγεται ευρέως και σε διάφορα μέσα, συνεπεία και της χρήσης του διαδικτύου και των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σε αυτόν τον ποιητικό κυκεώνα, τα άπαντα λειτουργούν ως ‘οδοδείκτης’:   Ο ποιητής μπορεί να είναι στοχαστικός δίχως να πλατειάζει και δίχως ουσιαστικά, να εκμαιεύει κάτι τέτοιο, με τα άπαντα να παρέχουν την ευκαιρία μίας σφαιρικής προσέγγισης του έργου του, και επίσης, την ευκαιρία της δημιουργίας διαύλων επικοινωνίας μεταξύ ποιητή και αναγνώστη. 

Στην ποίηση του Βαγγέλη Χρόνη, η τυχαιότητα και το αδύνατο βρίσκουν την θέσης τους, με το αδύνατο όμως να μην   μεταβάλλεται σε παραίτηση. Ή και σε μία βαθιά αίσθηση αβοηθησίας, με την ποίηση να βοηθά στην την αυτο-τοποθέτηση  εντός μίας κλίμακας αξιών. 

Το ποίημα 'Σωστά φρένα' που αφιερώνεται στην Κική Δημουλά, ανασύρει στην επιφάνεια κάτι από το πνεύμα μίας ποίησης η οποία και διακρατεί την ισορροπία μεταξύ οικείου και αγνώστου: «Συμβιβαζόμενος αγωνιωδώς εκπαιδεύομαι να αγαπήσω τα αδύνατα αύριο μου - αυτά τα ακαθόριστα αλλά προδιαγεγραμμένα- και να απαλλαγώ από τους φόβους που καθηλώθηκαν σε αναπηρικό καροτσάκι δίχως ρόδες. Θα βοηθήσει, είπαν, ο τεχνίτης ποδηλάτων όχι τόσο για την ομαλή κύλιση της ανυπαρξίας των τροχών όσο για την συντήρηση του περιττού των φρένων». Για την ανάλυση μας, υιοθετήσαμε την μέθοδο της ανάλυσης ανά ποίημα, κάτι που θεωρούμε πως βοηθά περισσότερο στην πληρέστερη ερμηνεία του ποιητικού λόγου.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ