Για τις πυρκαγιές των τελευταίων ημερών - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Τις τελευταίες ημέρες, σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, έχει εκδηλωθεί σειρά συνεχόμενων πυρκαγιών. Και για να καταστούμε πιο συγκεκριμένοι, ομιλούμε για περιοχές όπως η Εύβοια, η Αττική, η Ηλεία και ακόμη, η Αρκαδία στην περιφέρεια Πελοποννήσου. 

Οι αρθρογράφοι της εφημερίδας ‘Τα Νέα,’ Προκόπης Γιόγιακας και Εύη Σαλτού, προσφέρουν μία γενικότερη εικόνα για το τι συνέβη, εστιάζοντας στον αριθμό των καμένων εκτάσεων: «Συνολικά 933.680 στρέμματα είχαν καεί έως και την περασμένη Κυριακή στην Ελλάδα, σημειώνοντας κατακόρυφη αύξηση συγκριτικά με τον μέσο όρο των καμένων εκτάσεων την περίοδο 2002-2020. Μάλιστα, η χώρα μας με το αρνητικό αυτό ρεκόρ σε απόλυτο μέγεθος καμένης έκτασης κατατάσσεται τρίτη-μετά την Τουρκία και την Ιταλία-μεταξύ των χωρών της Νοτιοανατολικής Μεσογείου».

 Εάν δε, σε αυτή την παράμετρο που αφενός μεν είναι ποσοτική, και αφετέρου δε, βαθιά ποιοτική, διότι άπτεται της συνεισφοράς των δασικών οικοσυστημάτων σε ό,τι αποκαλείται ποιότητα ζωής, προσθέσουμε και την απώλεια ζωών, και ζωικού και οικιστικού κεφαλαίου, τότε, μπορούμε να κάνουμε λόγο για την εκδήλωση ενός καταστροφικού συμβάντος το οποίο και δεν αφήνει ανεπηρέαστο ούτε το πεδίο του κοινωνικού αλλά ούτε και την πολιτική σκηνή. Στην εν Ελλάδι δημόσια σφαίρα, δύο είναι οι πυρκαγιές εκείνες των τελευταίων ετών, που θεωρητικά ομιλώντας, μπορούμε να τις κατατάξουμε στην κατηγορία του «πολιτισμικού τραύματος», κατά την έκφραση του Μανούσου Μαραγκουδάκη. Και αναφερόμαστε στις πυρκαγιές σε περιοχές της Ηλείας, το 2007, και στο Μάτι Αττικής το 2018, πυρκαγιά που προκάλεσε πολλές και μεγάλες καταστροφές όπως επίσης, και 102 νεκρούς. Νεκροί υπήρξαν και στις πυρκαγιές της Ηλείας. 

Η βασική προϋπόθεση για την ένταξη ενός συμβάντος ή αλλιώς, γεγονότος, στην κατηγορία του «πολιτισμικού τραύματος», είναι η νοηματοδότηση του από υποκείμενα που δραστηριοποιούνται στη δημόσια σφαίρα, η οποία και λαμβάνει χώρα με τρόπο ώστε, όχι να καταστεί, αλλά να ορισθεί  ως τραύμα και δη «πολιτισμικό τραύμα».

Στις περιπτώσεις της Ηλείας και του Ματιού, έλαβε χώρα μία νοηματοδότηση που συμπεριελάμβανε δραστικά τον θρήνο για τις απώλειες ανθρώπινων ζωών, την αίσθηση της καταστροφής που επιμερίζεται σε καταστροφή δάσους, ποιότητας ζωής και καθημερινότητας όπως την γνώριζαν, ιδίως για αυτούς που είδαν τις οικίες του να καταστρέφονται, την σύγχυση και την αδυναμία να προσδιορισθεί ένα έστω και βραχυπρόθεσμο μέλλον για τους πληγέντες και ευρύτερα, για την χώρα που δεν αποδίδει την ανάλογη σημασία στην ‘περιουσία’ της (δάση/περιβάλλον), την έκφραση της αβοηθησίας που διατρέχει οριζόντια την δημόσια σφαίρα, για ό,τι ‘λίγο’ έπραξε ή δεν έπραξαν καθόλου οι κρατικές αρχές, και, την σε πραγματικό χρόνο διαμόρφωση συνθηκών οργής που μέσω συλλογικών αφηγήσεων και προσλήψεων, κατακλύζουν την δημόσια σφαίρα. 

Στη βάση όλων αυτών των παραμέτρων που συνθέτουν τις εν Ελλάδι ιστορικές πυρκαγιές τουλάχιστον της τελευταίας δεκαπενταετίας ως «πολιτισμικό τραύμα», θα εντάξουμε και την «φαντασιακή απόδοση ευθυνών, είτε αυτές είναι προφανείς, είτε όχι», για να παραπέμψουμε πάλι στον Μανούσο Μαραγκουδάκη.

 Είναι η λογική της «απόδοσης ευθυνών», πολιτικών και ηθικών, οι οποίες και ενέχουν μία διττή λειτουργία. Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως, από την μία πλευρά, η απόδοση της ευθύνης, η εννοιολογική κατασκευή του ‘ενόχου,’ του ‘φονέα’ των δασών και του περιβάλλοντος, συμβάλλει σε μία πρώτη επεξεργασία του τραύματος, καθιστώντας το απτό, άμεσο, και από την άλλη πλευρά, διαμέσου και της προσέγγισης θύτη-θύματος, αυτός που φέρει ή αλλιώς, θεωρείται ό,τι ‘φέρει την ευθύνη,’ προσφέρει το έναυσμα για την εκδήλωση και την δικαιολόγηση της οργής. 

Μάλιστα, στο τραυματικό υπόδειγμα στο Μάτι Αττικής, η απόδοση ευθύνης υπήρξε πιο έντονη και λόγω του ό,τι το φαινόμενο εκδηλώθηκε γρήγορα και αρκετά πιο βίαια από ό,τι οι αντίστοιχες πυρκαγιές στην Ηλεία το 2007. Οι φετινές πυρκαγιές θεωρούμε πως μέχρι στιγμής πληρούν τις προϋποθέσεις ένταξης τους στην κατηγορία του «πολιτισμικού τραύματος», ιδίως εάν συνυπολογίσουμε στην ανάλυση μας τους τρόπους με τους οποίους αναπαρίστανται ως περιβαλλοντικό και σε ένα δεύτερο επίπεδο, καταστρεπτικό συμβάν. 

Κάτι που συμβαίνει και στην διαδικτυακή-ψηφιακή σφαίρα, διάσταση που δεν υπήρχε το 2007 στην Ηλεία, ή υπήρχε με χαμηλή ένταση (ενώ και το 2018 στο Μάτι, οι αφηγήσεις περί της πυρκαγιάς στην διαδικτυακή-ψηφιακή σφαίρα υπήρξαν έντονες), ως υπο-κατηγορία της εν ευρεία εννοία δημόσιας σφαίρας, εντός της οποίας αναπαράγεται ένα κοκτέιλ με βασική υλικά την κατευθυνόμενη οργή, τις έντονες φωνές για τον συμβολικό ‘θάνατο’ των δασών, την αίσθηση ό,τι αυτό που συμβαίνει δεν ‘έχει προηγούμενο,’ την συγκεκριμένη ονομασία των ‘ενόχων.’ 

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να εντάξουμε και τους υβριστικούς χαρακτηριστικούς προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού, στο λεπτό σημείο όπου ο ίδιος δεν είναι μόνο ‘πολιτικά υπεύθυνος,’ αλλά ο ‘δράστης.’ 

Ως προς αυτό, το γνωστό πλέον trend ‘Μητσοτάκη γα…σαι,’ έτσι όπως αναπαράγεται στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Twitter, όντας αρκούντως συμπυκνωμένο για να καταστεί σύνθημα, viral έκφραση, πολιτικό σλόγκαν, εμπεριέχει ένα επαρκές απόθεμα έκφρασης μίσους για τον πρωθυπουργό που αναπαρίσταται ως ‘εχθρός του λαού,’ από την στιγμή όπου η έκφραση επιδιώκει να εμβαπτισθεί στα νάματα μίας λαϊκότητας που αναγνωρίζει στον Κυριακό Μητσοτάκη την ιδιότητα του ‘ελιτιστή’. 

Άρα, η φράση εγγράφει και τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά μίας αντι-ελιτιστικής προσέγγισης, η οποία και εξελίσσεται έως του σημείου της κατασκευής μίας αξιακού και πολιτικού τύπου αντίστιξης, δύο ευδιάκριτων ‘στρατοπέδων’: Του ΄λαού’ και των επιμέρους ενοτήτων του όπως αυτή της Εύβοιας που ‘καταστρέφονται’ και κάποιοι σφυρίζουν αδιάφορα εάν δεν επωφελούνται της κατάστασης, και των ‘ελίτ’ που για άλλη μία φορά, δεν δείχνουν παρά το στυγνό πρόσωπο της εκμετάλλευσης και της ιδιοτέλειας.

 Ίσως για πρώτη φορά, ο δημόσιος λόγος της περιόδου, και ιδωμένος πολιτικά, στρατοπεδοποιείται, συναρθρώνοντας τον «ιδεολογικό αρνητισμό» (negativisme), για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Pierre-Andre Taguieff (η έγκληση της ‘επάρατης’ και ‘καταστρεπτικής Δεξιάς’ αναπαράγεται), με μία προς τα κάτω σχετικοποίηση που δεν αναγνωρίζει παρά την ‘αχρηστία,’ η οποία σχετικοποίηση διανθίζεται με την χροιά ενός ελληνικού εξαιρετισμού και επίσης, με όψεις συνωμοσιολογίας. 

Πυρκαγιές τέτοιου μεγέθους και με τα χαρακτηριστικά που προσέλαβαν, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη πραγματοποίησης σειράς πολιτικών-διοικητικών τομών, με σημείο-κλειδί, πέραν των απλοϊκών αντιλήψεων που αναγάγουν τα προβλήματα και την επίλυση τους στο απλό πάτημα ενός κουμπιού, να είναι η λέξη επανασχεδιασμός σε πολλά επίπεδα, και σε αυτά που έχουν να κάνουν κύρια με τον σχεδιασμό πολιτικών πρόληψης δασικών πυρκαγιών, εκεί όπου πρέπει να ληφθεί υπόψιν δραστικά ο παράγοντας ‘εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή,’ με την εκ νέου κατάρτιση (πλάνα λειτουργίας), και επανεκπαίδευση στελεχών της πυροσβεστικής, με την επίτευξη καλύτερων βαθμών συντονισμού μεταξύ των συναρμόδιων φορέων, κάτι που αφορά και τον καθορισμό αρμοδιοτήτων και λειτουργιών, καθορισμός που πρέπει να είναι ξεκάθαρος. 

Αυτά τα στοιχεία οφείλουν να συμπεριληφθούν σε μία κεντρική περιβαλλοντική στρατηγική, η οποία θα εκκινεί από το ερώτημα ‘τι περιβάλλον (και τι ανάπτυξη) θέλουμε,’ μέσα στην οποία τα δασικά οικοσυστήματα θα βρίσκουν την θέση τους στο καταστατικό τρίπτυχο ‘δάση-γνώση (βλέπε και εκπαίδευση) -ασφάλεια’ με την τελευταία διάσταση να μην έχει να κάνει με έναν στενό ορισμό της ασφάλειας. 

Τα δάση πρέπει να αποκτήσουν οιονεί διαστάσεις συμβολικού ‘κεφαλαίου’ που χρήζουν θεσμικής και κοινωνικής προστασίας. Αυτή η συζήτηση μπορεί να διεξαχθεί και εκτός Κοινοβουλίου και του πεδίου δράσης των πολιτικών κομμάτων.

 Σε επίπεδο Κοινοβουλίου και κοινοβουλευτικής συζήτησης, η πρόταση του Κινήματος Αλλαγής για την υιοθέτηση εθνικού κλιματικού νόμου, αποτελεί μία καλή βάση συζήτησης για τα ζητήματα που προκύπτουν. Όμως, αν στραφούμε στην ανάλυση του Κυριάκου Σουλιώτη περί εξειδίκευσης και τεκμηρίωσης των μέτρων που προτείνονται για την δημόσια υγεία, τότε, θα πούμε πως μία ανάλογη εμβάθυνση-εξειδίκευση απαιτείται και ως προς την δυνατότητα χάραξης και εφαρμογής πολιτικών πρόληψης για τα δάση και για το περιβάλλον, ώστε η συζήτηση να είναι ουσιαστική και γόνιμη, δίχως να «περιορίζεται σε (διαισθητικού τύπου) εξαγγελίες».

 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ