Αφγανιστάν-Τουρκία - Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Οι εξελίξεις της τελευταίας περιόδου στο Αφγανιστάν, και περισσότερο, η κατάληψη της πρωτεύουσας της χώρας Καμπούλ, από την οργάνωση των Ταλιμπάν, πριν από λίγες ημέρες. 

Μία πτυχή που αρχίζει να ξεδιπλώνεται, αφορά την εκδήλωση του ενδιαφέροντος και δη του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Αφγανιστάν, με την συγκεκριμένη πτυχή να προστίθεται στο ήδη πολύπλοκο μωσαϊκό της χώρας, με την μετάβαση της χώρας σε μία περίοδο που συνοδεύεται από την ανα-κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, να μην εμπίπτει στην κατηγορία της «μετάβασης κατόπιν συμφωνίας», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση των Philippe Schmitter και Terry Karl. 

Και σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ‘συμφωνίας' αφορά κύρια τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η ανα-κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, με την Αφγανική κυβέρνηση να επιλέγει να εγκαταλείψει την εξουσία (ο όρος «κατάρρευση» του Colomer, θεωρούμε πως μπορεί να είναι αρκούντως δόκιμος), χωρίς όμως κάτι τέτοιο να πραγματοποιείται ανώδυνα για την ίδια, καθώς υπήρξαν πρόσωπα με συγκεκριμένο ρόλο που αντιτάχθηκαν στην στάση της Αφγανικής κυβέρνησης.

 Ως προς τις εξελίξεις που έχουν να κάνουμε το διεθνές ενδιαφέρον για την χώρα, σημείο τομής καθίσταται η προέλαση των Ταλιμπάν που εκδηλώθηκε σε διάφορες φάσεις, και όχι τόσο η ήδη εκδηλωθείσα πρόθεση αποχώρησης των Αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από την χώρα, τη εξαιρέσει ίσως της Τουρκίας. 

Η οποία εδώ και αρκετό καιρό εξεδήλωσε την πρόθεση να αναλάβει την φύλαξη του Διεθνούς Αεροδρομίου της Καμπούλ, ερχόμενη μάλιστα, όχι μόνο σε διαβουλεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για αυτόν τον λόγο, αλλά και εντάσσοντας μία τέτοια προοπτική εντός του ευρύτερου πλαισίου των διμερών σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας. Στις δηλώσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που εν προκειμένω, τείνουν να βολιδοσκοπούν επιδιώξεις, αναφέρεται με άρθρο του που δημοσιεύεται στην διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας 'Η Καθημερινή,' ο δημοσιογράφος Μανώλης Κωστίδης. 

Ο πρόεδρος της Τουρκίας σημείωσε δε ότι «ήδη εδώ και καιρό οι αρμόδιες υπηρεσίες μας ήταν σε επαφή με τους Ταλιμπάν κι εμείς είχαμε εκφράσει την πρόθεσή μας να υποδεχθούμε τους διοικητές των Ταλιμπάν για να συζητήσουμε μαζί τους το μέλλον της χώρας και σήμερα τηρούμε την ίδια στάση. Είμαστε έτοιμοι για κάθε είδους συνεργασία, για την ηρεμία στο Αφγανιστάν, για την ασφάλεια των ομοεθνών μας στο Αφγανιστάν αλλά και για την προστασία των συμφερόντων της χώρας μας. Eίμαστε ικανοποιημένοι από τις μετριοπαθείς και μετρημένες δηλώσεις που έχουν κάνει οι Ταλιμπάν».
Στη συνέχεια της συνέντευξής του, ο Ερντογάν υποστήριξε ότι «η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο Αφγανιστάν σε διεθνές επίπεδο, θα ενισχύσει και θα διευκολύνει το έργο της νέας κυβέρνησης του Αφγανιστάν. Το θέμα είναι να έρθουμε σε μια κοινή θέση με τις αρμόδιες αρχές του Αφγανιστάν. Μπορούμε να συζητήσουμε εναλλακτικές επιλογές. Για παράδειγμα μπορούμε να επιλύσουμε το θέμα αυτό με μια διμερή συμφωνία παρόμοια με αυτή που υπογράψαμε με τη Λιβύη».

 Υπό αυτό το πρίσμα, οι δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δύνανται να λάβουν υπόψιν την νέα πραγματικότητα έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται στο Αφγανιστάν, στο λεπτό και εγκάρσιο σημείο όπου η Τουρκία, με αφορμή τα τεκταινόμενα στη χώρα της Ασίας, επιδιώκει να λειτουργήσει πιο ολοκληρωμένα ως «μερικώς μεγάλη δύναμη», κατά την διατύπωση των Daniel Deudney και G. John Ikenberry, επεκτείνοντας αρχικά και ενισχύοντας την επιρροή της στην περιοχή της νότιας κεντρικής Ασίας, όπου και ευρίσκεται το Αφγανιστάν. Οπότε, θεωρούμε πως δεν σπεύδει να καλύψει κάποιο κενό, όσο να αποκτήσει παρουσία σε μία χώρα (και σε μία περιοχή) που λειτουργούσε για χρόνια ως συγκρουσιακή ζώνη, με την ίδια σε ρόλο «μερικώς μεγάλης δύναμης».

Και πως τεκμηριώνεται μία τέτοια θέση; Τεκμηριώνεται πάνω στο έμπρακτο και άμεσο ενδιαφέρον της Τουρκίας, από την αίσθηση (αυξημένη συλλογική αυτο-εκτίμηση) ό,τι η ίδια έχει την δυνατότητα να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο την επόμενη ημέρα στο Αφγανιστάν, στηριζόμενη για αυτό πάνω στο status της περιφερειακής δύναμης που έχει αποκτήσει, από το ό,τι η  Τουρκία, μέσω των πρόσφατων διεργασιών, επιχειρεί την γεωγραφική-γεω-πολιτική της επέκταση πέραν των γνωστών περιοχών ή αλλιώς ζωνών στις οποίες και δρα, δοκιμάζοντας πλέον έμπρακτα να λειτουργήσει ως 'μερικώς μεγάλη δύναμη' επί του πεδίου. Επιθυμώντας να αναπτύξει για αυτόν τον λόγο, μία σειρά συνεργειών στο Αφγανιστάν, πρώτα και κύρια με την οργάνωση των Ταλιμπάν. 

Ως προς αυτό, δεν αποκλίνει από ό,τι πάλι οι Daniel Deudney και G. John Ikenberry, αποκαλούν ως «συνέργειες ασφαλείας» (η ασφάλεια δεν είναι μία μονοσήμαντη έννοια), τις οποίες και θέτει στο επίκεντρο της δράση της στο Αφγανιστάν, προσδίδοντας τους χαρακτηριστικά 'αμοιβαιότητας': Από κοινού με τους Ταλιμπάν, και με διακυβεύματα «την ηρεμία στο Αφγανιστάν, την ασφάλεια των ομοεθνών μας στο Αφγανιστάν αλλά και για την προστασία των συμφερόντων της χώρας μας», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος Ερντογάν.

 Και για την επιτέλεση ενός τέτοιου σύνθετου κατά βάση ρόλου, προκρίνει το μοντέλο που ακολουθήθηκε στην περίπτωση της Λιβύης και στην συμμαχία που συγκροτήθηκε μεταξύ της Τουρκίας και της Λιβυκής κυβέρνησης 'Εθνικής Ενότητας' του Φαγέζ Αλ-Σάρατζ.

 Και το ζήτημα που ενδιαφέρει δεν έχει να κάνει τόσο με την υπογραφή του Τουρκο-λιβυκού μνημονίου οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, αλλά, το σκέλος της στρατιωτικού-πολιτικού τύπου συνεργασίας που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών, κάτι που μας ωθεί στο να τονίσουμε πως οι σχέσεις που επιδιώκει να αποκτήσει η Τουρκία με τους Ταλιμπάν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως στρατηγικές. Και ο ιδεότυπος της 'μερικώς μεγάλης δύναμης,' εν σπέρματι περιέχεται και στους τρόπους με τους οποίους η Τουρκία κινήθηκε στρατηγικά ώστε να καταστεί περιφερειακή δύναμη. 

Για την Τουρκία σημασία έχει το αποκτήσει ένα τέτοιο εύρος συνεργειών που θα αποτελέσει πρόκριμα για την εδραίωση της παρουσίας της στο Αφγανιστάν, φέροντας την εγγύτερα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, με το θέμα της μεταχείρισης της κοινότητας των Ουιγούρων να την ενδιαφέρει. Βέβαια, η σύναψη συμμαχιών, διεθνών συμμαχιών με στρατηγικό αντίκτυπο δεν είναι 'δρόμος ταχύτητας,' αλλά διαδικασία που εξελίσσεται, όντας ανοιχτή και παράλληλα ευμετάβλητη, υποκείμενη σε πιέσεις, στην ύπαρξη ευκαιριών, στο πλέγμα των αντιφάσεων που ανακύπτουν, στις επιμέρους κινήσεις εσωτερικών κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων. 

Ευρύτερα ομιλώντας, θα ισχυρισθούμε πως ήδη οι Ταλιμπάν έχουν κάνει λόγο για την υιοθέτηση ενός διαφορετικού μοντέλου διακυβέρνησης, κάτι που όμως μένει να αποδειχθεί, με τις πρώτες ρωγμές επί αυτού του αφηγήματος να κάνουν ήδη την εμφάνιση τους.

 Η ειδοποιός διαφορά όμως, συγκριτικά με την προηγούμενη φορά που άσκησαν την εξουσία στο Αφγανιστάν, είναι το ό,τι, εάν επιχειρήσουν να προβούν σε πράξεις βίας και καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των γυναικών, τότε, η γνωστοποίηση και η έκθεση αυτών των πράξεων σε ένα διεθνές κοινό (και σε άτομα), μπορεί να είναι άμεση, λόγω της δια-συνδεσιμότητας που υπάρχει, της αμεσότητας πρόσβασης στην είδηση και της ταχύτητας μετάδοσης της, συνεπεία της χρήσης ψηφιακών-τεχνολογικών μέσων, ακόμη και εάν δεν συνδράμει στην αποτροπή, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να μειώσει το νομιμοποιητικό επίχρισμα που ήδη επιζητούν, προκαλώντας κινητοποιήσεις ατόμων, διεθνών οργανισμών ακόμη και κρατών. Άμα τη αναλήψει της εξουσίας, οι Ταλιμπάν εκτίθενται.

 Σημαντικό ρόλο σε ένα εγχείρημα άσκησης πίεσης στην οργάνωση,  μπορούν να διαδραματίσουν και οι νεότερες γενιές της χώρας, και αυτές που έχουν ενηλικιωθεί επί Ταλιμπάν έχοντας βιώματα και προσλαμβάνουσες από την θητεία τους που δεν μετριέται σε κύκλους, όσο και οι αμέσως νεότερες, που γεννήθηκαν μετά την στρατιωτική εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών, ενηλικιώθηκαν επ’ αυτής και απήλαυσαν συγκεκριμένα δικαιώματα, και τώρα αντικρίζουν για πρώτη φορά τους Ταλιμπάν να ευρίσκονται στην εξουσία.

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ