Μνήμη Μίκη Θεοδωράκη - Γράφει ο Σιμος Ανδρονίδης

 

Την Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου του 2021, απεβίωσε ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, σε ηλικία 96 ετών. Ήδη οι τηλεοπτικοί σταθμοί και όχι μόνοι, έχουν ξεκινήσει να προβάλλουν αποσπάσματα από συναυλίες και από την πολυκύμαντη ζωή του, που εν προκειμένω, διέτρεξε με έναν ιδιαίτερο τρόπο, τον ελληνικό εικοστό αιώνα. 

Και λέμε ιδιαίτερο, διότι, αν και υπήρξε από την νεαρή του ηλικία έντονα πολιτικοποιημένος και στρατευμένος στην Αριστερά, δεν απεκδύθηκε την ιδιότητα του μουσικοσυνθέτη μέσω της οποίας προσελάμβανε το ευρύτερο γίγνεσθαι, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό. Η ανάλυση μας, θα κινηθεί πάνω στον άξονα της μνημονικοποίησης του προσώπου, προσλαμβάνοντας το στις ευρύτερες διαστάσεις του, όσο αυτό είναι εφικτό σε ένα μικρό κείμενο, και αποφεύγοντας τις συνηθισμένες σε αυτή την περίπτωση, εξιδανικεύσεις και αγιογραφίες που έχουν την ιδιαιτερότητα μάλιστα να ‘επιχρωματίζονται’ από την πολιτική και ιδεολογική προέλευση αυτών που προχωρούν σε αυτές.

 Διότι, συν τοις άλλοις, σε μία τέτοιου τύπου,  εξιδανικευμένη προσέγγιση, πέραν από του να είναι αυτή απλοϊκή και μηχανιστική, ελλοχεύει ο κίνδυνος του να τεθεί το μνημονευόμενο πρόσωπο εκτός της ιστορικής εποχής όπου εντάχθηκε και όπου έδρασε. 

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μίκης Θεοδωράκης, ενέγραψε στο λόγο και στην όλη δράση του, τις αντιφάσεις και τις αντινομίες της εποχής του, δηλώνοντας με τον τρόπο του, πως η πολιτική στράτευση, και περαιτέρω, ο ίδιος ο πολιτικός βίος, αποτελεί μία «ομολογία αντινομιών», για να παραφράσουμε τον Γιάννη Ρίτσο. Και μέσω αυτών έδρασε, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε άθελα του, διατηρώντας όμως ένα απόθεμα αρχών και αξιών, μία ηθική της ευθύνης, στοιχεία που συν-διαμόρφωναν την κάθε φορά προτιμητέα επιλογή του. 

Κάτι που διαφαίνεται και στην περίπτωση της περιώνυμης φράσης που σχηματοποιήθηκε ως ‘Καραμανλής ή τανκς.’ Υπό αυτό το πρίσμα, αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ο δημιουργός τόνιζε πως η φράση του αυτή, με την οποία και αρκετοί εν καιρώ Μεταπολίτευσης και ακόμη, προερχόμενοι από την Αριστερά, εκλάμβαναν με αρνητικούς όρους την στάση του, έχει αποκοπεί από το ευρύτερο λεκτικό και νοηματικό της πλαίσιο, με αποτέλεσμα να αναπαράγεται στερεοτυπικά και συνθηματολογικά. 

Και όμως, τοποθετώντας την φράση μέσα στην ιστορική-πολιτική συγκυρία και ανασυνθέτοντας την ως τμήμα μίας Θεοδωράκειας πολιτικής δήλωσης, μπορούμε να δούμε το ό,τι αυτή εξέφραζε ένα αίτημα πολλών (πολιτικών προσώπων, κοινωνικών-πολιτικών φορέων), εκείνες τις ώρες της καθεστωτικής μετάβασης από την στρατιωτική δικτατορία (1967-1974) στην Μεταπολιτευτική Δημοκρατία, στο βαθμό που θεωρούνταν πως η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Ελλάδα και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ίδιο, μπορούσε να διασφαλίσει την επιζητούμενη ομαλή μετάβαση, με τον ίδιο σε ρόλο πρωταρχικής δικλείδας ασφαλείας, συνεπεία και του κύρους που απολάμβανε σε τμήματα του προδικτατορικού πολιτικού προσωπικού, και του αυξημένου συμβολικού-πολιτικού του κεφαλαίου που δεν είχε πληγεί ιδιαίτερα από τα γεγονότα  του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1960, έναντι των όποιων σχεδίων μίας στρατιωτικής εκτροπής ή της προσπάθειας ενός άμεσου εκφυλισμού της συμφωνημένης μετάβασης (ας μην ξεχνάμε πως η Μεταπολίτευση υπήρξε πολιτική-πολιτειακή τομή), σε κεκαλυμμένη στρατιωτική δικτατορία. 

Ο Γερμανός πολιτειολόγος Manfred Schmidt εντάσσει την μετάβαση από την στρατιωτική δικτατορία προς την Δημοκρατία στην Ελλάδα στο λεγόμενο «τρίτο μονοπάτι εκδημοκρατισμού», που είναι «εκείνος ο τύπος μετάβασης στη δημοκρατία η οποία αποτελεί πρωτοβουλία πολιτικών και στρατιωτικών ομάδων του παλαιού καθεστώτος ή έχει τη μορφή συμφωνίας μεταξύ σημαντικών ομάδων του παλαιού καθεστώτος και της αντιπολίτευσης, και η οποία βάζει τα θεμέλια ενός διάδοχου δημοκρατικού πολιτεύματος».  

Υπό αυτό το πρίσμα, εάν λάβουμε υπόψιν αυτή την θεωρητική εκτίμηση, θα πούμε πως, κατά την διάρκεια της μετάβασης, των ιδιαίτερων και λεπτών συνθηκών που προέκυπταν, των κινδύνων και των διαφωνιών, η παρουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή λειτούργησε σταθεροποιητικά εκείνες τις ώρες και την πρώτη περίοδο, λειτουργώντας ως πολιτικό εχέγγυο (εδώ θα προσθέσουμε και την κυβέρνηση ‘Εθνικής Ενότητας’), για την ομαλή μετάβαση και για την διασφάλιση ό,τι η Μεταπολίτευση δεν θα είναι ένα απλό αντίγραφο ή μία απλή συνέχεια είτε της δικτατορίας των συνταγματαρχών είτε της προδικτατορικής Δημοκρατίας. 

Και σε αυτό το σημείο μπορούμε να εντάξουμε στην ανάλυση μας και το κοινωνικό-πολιτικό κλίμα των ημερών και την κοινωνική-πολιτική δυναμική που αναπτύχθηκε υπέρ της μετάβασης και δη της Δημοκρατικής μετάβασης. 

Η δήλωση του Θεοδωράκη εκφράζει το πνεύμα της συγκυρίας, θέτοντας, ακόμη και διλημματικά, τους δρόμους που ανοίγονταν. Η μεταγενέστερη Μεταπολιτευτική του παρουσία έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980, συνδέθηκε με την Αριστερά και με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, αν και ο ίδιος απέκλινε από τον ιδεότυπο του κλασικού μέλους του κόμματος και της Μαρξικής διαπαιδαγώγησης (και την δεκαετία του 1980), που αυτό έχει λάβει, αναδεικνύοντας με έντονο τρόπο και εξελικτικά, όσο προχωρούσαμε προς την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης έναν λόγο με εθνικο-ανεξαρτησιακά προτάγματα, κάτι που επίτρεψε την από διάφορους πολιτικούς δρώντες, ‘οικειοποίηση’ του.  

Και το ενδιαφέρον στοιχείο είναι το ό,τι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όσο παρέμενε πίσω χρονικά η εμπλοκή του με τη δρώσα πολιτική με τελευταίο ορόσημο την συμμετοχή του στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τόσο σκιαγραφούνταν στη δημόσια σφαίρα, και όχι γραμμικά, ως υπερ-κομματικό και ‘εθνικό’ πρόσωπο, ως πρόσωπο παρεμβατικό με αρθρογραφία γύρω από θέματα της επικαιρότητας, εκεί όπου, ξεκίνησε, πιο συστηματοποιημένα από ό,τι στο παρελθόν, μία χρήση έως κατάχρηση της έννοιας του ‘λαού,’ κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την συγκρότηση ενός ιδιότυπου Θεοδωρακικού λαϊκισμού, που προσέλαβε εμπρόθετα τα χαρακτηριστικά της «κλήσης για αλλαγή, που εμπεριέχει μια καθαρτήρια ρήξη με το παρόν» (με το «σύστημα»), κατά την ανάλυση του Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ. Ο λαϊκισμός του Μίκη Θεοδωράκη έκλεινε προς την κατεύθυνση του εθνικο-λαϊκισμού.

 Ο ‘λαός,’ ο ελληνικός λαός (κλήση στον ελληνικό λαό), ως ‘θύμα’ των ελίτ και της προωθούμενης παγκοσμιοποίησης, ως ‘θύμα’ όλων όσοι επιβουλεύονται τις παραδόσεις και τις αξίες του, την περιώνυμη ιδιοσυστασία του, οφείλει να ‘σηκώσει ανάστημα’ σε ό,τι του επιβάλλουν και του ‘πασάρουν’ ως ‘καλό.’ Ο λαός (λαϊκισμός) λοιπόν, υπήρξε κεντρικό σημαίνον των αναλύσεων του, πλαισιωμένος από όρους όπως πατρίδα, εξάρτηση, (βλέπε την εναντίωση στα Μνημόνια), ταυτότητα, σύμβολα. Και πεδίο δοκιμής για τον Θεοδωρακικό λαϊκισμό υπήρξε η εναντίωση του στην ονομασία των Σκοπίων ως Μακεδονία, κάτι που τον απασχολούσε εντόνως μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. 

Αρκεί να θυμηθούμε την συμμετοχή του στο συλλαλητήριο των Αθηνών  για την Συμφωνία των Πρεσπών, εκεί όπου προέταξε την δια του λόγου του δική του εκδοχή περί ‘ελληνικότητας’ και ‘ελληνικότητας’ της Μακεδονίας. 

Μέσω αυτών των αντιφάσεων διέσχισε τον ελληνικό εικοστό αιώνα ο Μίκης Θεοδωράκης, συμμετέχοντας ενεργά στα πράγματα από την περίοδο της Κατοχής ακόμη, και βιώνοντας, εν καιρώ μετεμφυλιακής ‘καχεκτικής’ δημοκρατίας, δυσκολίες, έως ότου εγκατασταθεί στο Παρίσι το 1954, λόγω της ενεργού εμπλοκής του στην Αριστερά (εδώ εντοπίζονται οι ρίζες της έγκλησης του ΄λαού’), και της αναπαράστασης του ως ‘επικίνδυνου κομμουνιστή.’ 

Η όλη πορεία του δεν υπήρξε γραμμική και μονολιθική, κάτι που αποδεικνύει και η επιστολή του στον Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Δημήτρη Κουτσούμπα, τον Οκτώβριο του 2020, η οποία και συνιστά, μία τελευταία πολιτική δήλωση, που αναδεικνύεται εν συνόλω μέσω της επίκλησης της ατομικής μνήμης που συμπλέκεται με την συλλογική. 

Πέραν του να είναι μία απλή επιστροφή στις ρίζες, είναι μία δήλωση εγκόλπωσης  της κομμουνιστικής ταυτότητας με τους επι-γενόμενους όρους της οικειότητας, της συν-ταύτισης παρά τις άλλες επιλογές που έγιναν, εκεί όπου, το υποκείμενο επικαλείται τους «κομματικούς δεσμούς» (party affiliation), και όχι την υπερ-κομματική του πρόσληψη, με τους δεσμούς να είναι αφετηριακοί και για αυτό ιστορικοί: ‘Οικογένεια μου είστε εσείς.’ Προς το τέλος, επιζήτησε και δεν διεκδίκηση επιτακτικά, την καταγωγική πολιτική του ταυτότητα, αξιώνοντας, μνημονικά αυτή την φορά, την ανάκληση της ιστορίας. Της δικής του ιστορικής διαδρομής. 

 Η μουσική του πορεία, νοούμενη διαλεκτικά και ιστορικά, προσεγγίζει και αυτή την εποχή της, όντας προϊόν και δη δημιουργικό προϊόν των διαφόρων επιρροών που δέχθηκε ο καλλιτέχνης, μεταστοιχειώνοντας το ερέθισμα σε προσωπική οπτική και αφήνοντας το ανοιχτό σε δημόσιες και ανοιχτές ακροάσεις, καθότι ένα σημαντικό μέρος του μουσικού του έργου είναι και το συναυλιακό. 

Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν έφερε απλά την ποίηση και τον ποιητικό λόγο στα σπίτια των Ελλήνων, όπως θέλει μία διαδεδομένη αντίληψη, αλλά, κατάφερε να καταστήσει τον ποιητικό λόγο, μέσω της μελοποίησης και της ερμηνευτικής επιτέλεσης, τμήμα ή αλλιώς, κομμάτι της εγχώριας δημόσιας σφαίρας, αντικείμενο πραγμάτευσης της και εκ νέου επιτέλεσης του, ίσως με άλλους όρους του βιώματος, ανάλογα με το αν απευθυνόταν σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, ή σε μέλη μίας πολιτικής και μη, κοινότητας. 

Σε σημεία του, το μουσικό του έργο, καταγωγικό, λαϊκότροπο (ενσκήπτει εκ νέου το σημαίνον του ‘λαϊκού’), και συνθετικό ή και συμφωνικό (αυτή η διάσταση δεν πρέπει να υποτιμάται), συνδιαλέχθηκε με ό,τι ο Λεωνίδας Οικονόμου ορίζει ως «πλαισίωση», δηλαδή, την έννοια που «αναφέρεται στις γλωσσικές και επιτελεστικές διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι επιτελεστές και το κοινό συνδέουν τα κείμενα με το πλαίσιο και παράγουν ερμηνευτικές κατευθύνσεις». 

Μία τέτοια θεωρητική προσέγγιση, διαφαίνεται στην μελοποίηση του ποιήματος του Χιλιανού ποιητή Pablo Neruda, ‘Canto General,’ εκεί όπου η επιλογή της Μαρίας Φαραντούρη και του Πέτρου Πανδή υπήρξε στοχευμένη, στο βαθμού που και οι δύο έτειναν προς την συγκρότηση μίας ερμηνευτικής ποιότητας που πέτυχε να αποδώσει το ιστορικό βάθος (το ‘Canto General’ κατά βάση ανήκει στο είδος της ιστορικής ποίησης), του ποιητικού κειμένου,  συνδέοντας, σε πραγματικό χρόνο, το κείμενο με το «πλαίσιο» και παράγοντας «ερμηνευτικές κατευθύνσεις», όπου, ιδίως αν δούμε την δημόσια ακρόαση του έργου στην Αθήνα, την περίοδο της πρώιμης Μεταπολίτευσης, κινούνται προς το πεδίο μίας συν-ταύτισης και αίσθησης ύπαρξης ενός κοινού βιώματος και μίας κοινής και τραυματικής ιστορίας Ελλάδας και Χιλής (στρατιωτική δικτατορία). 

Η συνύπαρξη του πολιτικού και του καλλιτεχνικού Θεοδωράκη, ήσαν περισσότερο ευδιάκριτη την περίοδο του 1960, όταν, από την μία πλευρά, ενσωμάτωσε δημιουργικά στο μουσικό του ιδίωμα τις διεργασίες και αξιακές-πολιτισμικές εξελίξεις της περιόδου, στρεφόμενος ανοιχτά στο μοντέλο των ανοιχτών συναυλιών και της της δημόσιας τελετουργίας-επιτέλεσης, κάτι που τον διαφοροποιούσε από την αισθητική των κέντρων διασκέδασης της εποχής, και, από την άλλη, η συμμετοχή του στον πολιτικό στίβο τον οδήγησε και μέχρι την βουλευτική εκλογή του με το κόμμα της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς.

 Την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας που συνοδεύεται από την εξορία του και την αντιδικτατορική δράση, το μουσικό του ιδίωμα προσλαμβάνει ένα περισσότερο εθνικό και αντιστασιακό περιεχόμενο. Όσο σύνθετη και ρευστή είναι η ατομική και κοινωνική ζωή, άλλο τόσο σύνθετη, βιογραφικά σύνθετη, υπήρξε η ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ